Στη Σαλαμίνα το '89, το φέρι-μποτ λέγεται μουσκεμένη παντόφλα και ο φάρος, τσιμεντένιος φύλακας. Ο πύραυλος είναι παγωτό απ' το διάστημα και η μαρέγκα μια άσπρη ρέγγα.
Δεν πρόκειται όμως για υπαρκτές λέξεις, λέξεις που κάνει να πούμε φωναχτά. Αντίθετα είναι λέξεις που λέμε σιγανά, λέξεις κρυφές και είναι οι λέξεις του Άγη, ενός δωδεκάχρονου μαθητή.
Το καλοκαίρι του '89 ο Άγης θα γνωρίσει το Μπάμπη, το μνηστήρα της μαμάς. Και έπειτα η μαμά θα θελήσει να τον πάρει από την Κούλουρη για να εγκατασταθούν στο Πέραμα, στην αντίπερα όχθη που εκείνος μισεί...
Η Γιούλη Αναστασοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977. Σπούδασε Φιλοσοφία-Παιδαγωγική-Ψυχολογία στη Φιλοσοφική Αθηνών, Διοίκηση Ανθρώπινου Δυναμικού στη Σκωτία και Ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Είναι ψυχολόγος- ψυχοθεραπεύτρια και επιστημονικός συνεργάτης της Ακαδημίας Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής Αθηνών. Δε δηλώνει τόσο συγγραφέας όσο συστηματικός αναγνώστης. Έγραψε την πρώτη της ιστορία το 1988. Το 2008 βρέθηκε ανάμεσα στους δώδεκα επιλεχθέντες του διαγωνισμού των εκδόσεων Πατάκη "Hotel Internet", με το διήγημα για το facebook "Κάνε με φίλο σου". Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια για τη συγγραφή στο ΕΚΕΒΙ. Τα τελευταία χρόνια συμμετέχει ενεργά στη Λέσχη Δημιουργικής Γραφής Γομολάστιχα που αριθμεί οκτώ -μανιώδη με το γράψιμο- μέλη. Το "Ψυχή στην Κούλουρη" είναι η πρώτη της νουβέλα.
Γιατί τέτοια διαμαντάκια να πηγαίνουν απαρατήρητα; Γιατί να μην βλέπουμε και τέτοια βιβλία σε λίστες όπως αυτές με τα best sellers; Το βιβλίο μου θύμισε ξανά γιατί επιμένω να χρησιμοποιώ την ελληνική γλώσσα ακόμα στη γραφή. Η συγγραφέας χρησιμοποιεί τη γλώσσα με μαστοριά ώστε να υπάρχει μια ζωντανή αφήγηση. Σαν να έχουμε τον αφηγητή δίπλα μας. Αλλά έναν αφηγητή που δεν είναι από την Αθήνα, απλώς λίγο πιο μακριά. Ειδικά η περιγραφή της τοποθεσίας αυτής, δηλαδή της Σαλαμίνας, είναι τόσο εύστοχη που το συστήνω σε όσους έχουν ζήσει στη Σαλαμίνα έστω και λίγο για να την αναπολήσουν. Ενώ ο κεντρικός ήρωας. Ο μικρός Άγης να με γυρνάει στην δική μου παιδική ηλικία. Εκείνα τα γλυκά χρόνια της πρώιμης εφηβείας περίπου τις ίδιες χρονιές με τον ήρωα. Και να βλέπεις τα παιχνίδια που κάνει με την φαντασία και να γελάς μαζί του πικρά. Πι όπως το πι που χρησιμοποιούν οι γέροι για να στηρίζονται και κρα όπως κάνουν τα κοράκια. Λέξεις από ένα δικό του λεξικό, το οποίο θα το έχει καθώς θα βλέπει τις σχέσεις της μητέρας του και θα ζει και τις δικές του. Λέξεις όπως το αφρολέξ που σημαίνει αφρός και λέξη.
Ετούτο το τριανταφυλλάκι (ή μάλλον το ανθισμένο γεράνι) το είχα διαβάσει όταν το έγραφε η Γιούλη, από σπόντα. Είναι όπως το θυμάμαι (εντάξει ίσως πιο καλογραμμένο), με τον ίδιο ρυθμό και την ίδια τρυφερή στάση απέναντι σε ό,τι θέλει να πει. Το μόνο του μειονέκτημα θεωρώ ότι είναι μια μικρή κοιλιά στο τρίτο μέρος, σαν να αποδυναμώνει την πίκρα και τη θλίψη. Αλλά τελικά η γεύση που αφήνει είναι γεμάτη μυρωδιές, χωρίς να σε έχει μπουκώσει.