Μπορούμε άραγε, σε έναν άδικο κόσμο, να απολαμβάνουμε χωρίς να γινόμαστε συνεργοί στην αδικία; Μήπως οι κάθε λογής ηδονές μας –ερωτικές, γευστικές, εορταστικές–, διαμορφωμένες σε μεγάλο βαθμό από τον σύγχρονο καπιταλισμό, έρχονται σε αντίθεση με τις νέες πολιτικές διεκδικήσεις –άρνηση της πατριαρχικής βίας, προστασία του έμβιου κόσμου, υγειονομική ασφάλεια– που προβάλλουν στον ορίζοντα; Αντί να ενδίδει στον ασκητισμό, το παρόν βιβλίο μάς καλεί να ανακαλύψουμε εκ νέου την πολιτικά ανατρεπτική διάσταση της ηδονής. Η Αριστερά δεν έχει κανέναν λόγο να εγκαταλείψει τη χαρά της ζωής στην αντιδραστική σκέψη», που έρχεται να αντιταχθεί στην «ηθικολογία των προοδευτικών». Η ηδονή είναι ένα συναίσθημα που μας επιτρέπει να αποφύγουμε την καταστροφή, υπό τον όρο ότι τη μοιραζόμαστε. Σε αυτό το δοκίμιο, ο Μικαέλ Φεσέλ προτείνει να επανασυνδεθούμε με τις παραδόσεις εκείνες που συναρθρώνουν ηδονή και χειραφέτηση. Δείχνει ότι οι ελπιδοφόρες πολιτικές εμπειρίες είναι αυτές από τις οποίες απουσιάζουν ο τρόμος και η ντροπή.
Né en 1974, ancien élève de l'ENS de Fontenay Saint-Cloud, est maître de conférences de philosophie à l'Université de Bourgogne, à l'Institut catholique de Paris, et commentateur de Kant et de Paul Ricœur. De manière générale, il est spécialiste de philosophie allemande et de philosophie politique.
Ο καπιταλισμός στη μάχη της κερδοθηρίας έχει επιφέρει μια φαινομενική άρση όλων των κατεστημένων των προηγούμενων αιώνων και προτρέπει τους πάντες να "απολαμβάνουν ελεύθερα" χωρίς ενοχές και χωρίς ηθικές συγκρούσεις, με το πάντα ικανό χρηματικό αντίτιμο. Παρόλο, όμως, που φαινομενικά έχουν εξαρθρωθεί οι ηθικιστικές αγκυλώσεις, η ταξική διαφοροποίηση στην ηδονή παραμένει κρυμμένη στα παραπετάσματα των VIP θέσεων στα αεροπλάνα, στις ακριβές μάρκες που είναι προσιτές μόνο σε ένα συγκεκριμένο καταναλωτικό κοινό και γενικά σε κάθε ακριβή πολυτέλεια.
Εδώ ο Foessel μάς επισημαίνει την εξής σημαντική διαπίστωση: η πολυτέλεια δεν είναι απαραίτητα εξισωμένη με την ηδονή. Τα πάντα μπορούν να προσφέρουν ικανοποίηση και κυρίως οι απλές χαρές του ανθρώπου, όπως ο έρωτας, η τροφή και η διασκέδαση. Κατά τον δοκιμιογράφο αυτές οι πρωταρχικές εκφάνσεις της ηδονής που στο παρελθόν -όπως αφηγείται και ο Ζολά στον Ζερμινάλ, στην σκηνή που ο Ενεμπό ζηλεύει τον ελεύθερο έρωτα των απεργούντων ανθρακωρύχων που εκείνος, λόγω της κοινωνικής του θέσης, δεν μπορεί να χαρεί- εκφράζονταν από την εργατική τάξη και την αριστερή ιδεολογία, πλέον τις βλέπουμε να έχουν υιοθετηθεί από τη Δεξιά η οποία αναλώνεται σε έναν υποτιθέμενο ηδονισμό, ως αντίδραση στις διαχρονικές ενοχές της Αριστεράς. Η Αριστερά, δηλαδή, προσπαθώντας να συμβαδίσει και να αφουγκραστεί τα προβλήματα και τις ανάγκες της εποχής, έχει καταλήξει να δαιμονοποιεί παρελθούσες καταστάσεις που ήταν δεμένες όχι απλώς με τις πολιτικές διακηρύξεις της, αλλά με την βίωση της συλλογικότητάς της και τις επαναστατικες της ενέργειες. Έτσι, ακόμα και στα πλαίσια απεργιών, παρατηρούνταν μια τάση γιορτής, κάτι που εκφράστηκε στην πληρότητά του το 1968. Η ανάγκη της επαναφοράς αυτή της συλλογικότητας έγινε φανερή αρκετά έκδηλα την περίοδο της καραντίνας. Η μη αποδοχή από την Αριστερά της συγκεκριμένης αναγκαιότητας οδηγεί τη Δεξιά στην ευκολία του λαϊκισμού προς την εργατική τάξη, στην οποία διακυρρήσει πως τάχα μοιράζεται τις ίδιες αξίες.
Κατά τον συγγραφέα το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως θεωρητικά κι έτσι σπεύδει να επιχειρηματολογήσει κατά της ντελεζιανής εξίσωσης της ηδονής, η οποία έχει επικρατήσει στη Γαλλία αλλά και αλλού, με την μικροαστιστική πληρότητα που νιώθει ο βολεμένος πολίτης. Η ηδονή ειδομένη αποκλειστικά ως εξουσία και ακινησία από τον Ντελέζ είναι αρκετά μονοδιάστατη, ενώ ακόμα και οι "ταυτοτικοί πειρασμοί" που ειχε προβλέψει ο Φουκώ, δεν μπορούν να καλύψουν το εύρος της συγκεκριμένης πλάνης.
Το δοκίμιο σε γενικές γραμμές είναι αρκετά ενδιαφέρον και αναλύει με συνοπτικό και εύληπτο τρόπο πολλούς σύγχρονους προβληματισμούς (για παράδειγμα αποτολμά μια εγελιανή ανάλυση του κυρίαρχου χιούμορ στη δημόσια σκηνή). Έχω κάποιες ενστάσεις στα κεφάλαια για τον λιβιδινικό καπιταλισμό. Τα επιχειρήματα του Μαρκούζε, παρότι πάντα επίκαιρα, δεν αγγίζουν πολλές σύγχρονες τάσεις στον τομέα αυτό και ειδικά στις θέσεις που προσπαθεί να επιρρώσει ο Foessel σχετικά με την πορνογραφία.