What do you think?
Rate this book


Unknown Binding
1.Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΛΟΓΙΚΟΥ
Το βιβλίο αυτό δεν είναι μια αυτοτελής μονογραφία. Αποτελεί ένα μικρό τμήμα (για την ακρίβεια το τρίτο κεφάλαιο) του έργου "Η καταστροφή του Λογικού", που πραγματεύεται την ιστορία της ιρρασιοναλιστικής γερμανικής φιλοσοφίας. Ωστόσο είναι πλήρες και αποτελεί μια ξεχωριστή και ολοκληρωμένη μελέτη. Το διάβασα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μαρή. Ο Λούκατς ήταν μαρξιστής και φυσικά το έργο φέρει την σφραγίδα του δημιουργού του. Η ανάλυση του Λούκατς περιέχει όλες τις μαρξιστικές ιδεοληψίες και την-ξεπερασμένη σήμερα-ορολογία των μαρξιστών ιστορικών. Παρ' όλα αυτά ο συγγραφέας με εξαιρετική διαύγεια συλλαμβάνει τον πυρήνα της νιτσεϊκής σκέψης και μας δίνει το κλειδί για να την κατανοήσουμε και να την ερμηνεύσουμε.
2.ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΝ
Στον χώρο της ιρρασιοναλιστικής φιλοσοφίας ο Νίτσε κατέχει δεσπόζουσα θέση, αφού είναι ο κατ' εξοχήν αρνητής του Λόγου και ο "θεμελιωτής του ιρρασιοναλισμού της ιμπεριαλιστικής περιόδου". Έζησε σε μια εποχή μεγάλων κοινωνικών επαναστάσεων, η οποία ξεκινά από το 1848 και κορυφώνεται με την παρισινή κομμούνα του 1870, "την πρώτη δικτατορία του προλεταριάτου" κατά τον Λούκατς. Ο Νίτσε μίσησε την εποχή του όσο κανείς άλλος. Και την μίσησε, ακριβώς επειδή έβλεπε σ' αυτήν, την ραγδαία άνοδο της μάζας στο προσκήνιο. Δεν ήταν απλά, όπως πιστεύουν ορισμένοι άλλοι μελετητές, η απέχθεια ενός εστέτ προς τον "εκχυδαϊσμό" της τέχνης. Ούτε επρόκειτο για τη νοσταγία ενός ονειροπόλου αριστοκράτη του πνεύματος προς έναν εξιδανικευμένο κόσμο που έγερνε στη δύση του. Ο Νίτσε δεν ήταν μόνον ένας νοσταλγός, αλλά και ένας προφήτης, που διακήρυξε με πάθος την δημιουργία ενός νέου κόσμου, και ενός νέου τύπου ανθρώπου, ο οποίος χωρίς τύψεις και έλεος θα συντρίψει το προλεταριάτο που σηκώνει απειλητικά το κεφάλι του.
3.Η ΝΙΤΣΕΪΚΗ ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΤΟ ΥΦΟΣ
Ένα βασικό χαρακτηριστικό της νιτσεϊκής γραφής είναι οι αφορισμοί. Τα περισσότερα έργα του Νίτσε δίνουν την εντύπωση ότι δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά μια συρραφή αφορισμών. Ορισμένοι απολογητές του, αποδίδουν αυτή την τάση στην φθίνουσα όρασή του, εξ αιτίας της οποίας ήταν αναγκασμένος να γράφει σύντομα περιεκτικά σχόλια παρά μεγάλα κείμενα. Μια τέτοια εξήγηση δεν μου φαίνεται πειστική. Ο Νίτσε ήταν αριστοτέχνης της αφοριστικής γραφής και αγαπούσε αυτόν τον τρόπο έκφρασης. Αυτό εξηγεί εξ άλλου και την αγάπη του για τους αφοριστικούς Γάλλους moralistes, όπως ο Μονταίν και ο Λα Ροσφουκώ. Σε πολλά βιβλία του παραθέτει δεκάδες πνευματωδών αφορισμών, οι οποίοι αποτελούν ξεχωριστά παραρτήματα.
Ενα άλλο χαρακτηριστικό της νιτσεϊκής γραφής είναι η έλλειψη συστηματικής επιχειρηματολογίας. Ο Νίτσε ήταν δηλωμένος αντίπαλος κάθε είδους σχεδιασμού στην οικοδόμηση ενός φιλοσοφικού συστήματος:
"το να θέλεις να οικοδομήσεις ένα σύστημα σημαίνει ότι σου λείπει η εντιμότητα" δήλωνε χαρακτηριστικά. Η έλλειψη συστήματος, το ποιητικό και αφοριστικό ύφος, αλλά και οι συχνά αντιφατικές αποφάνσεις του Νίτσε, ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για τις πολλές ερμηνείες του ανάλογα με τις προθέσεις και τις ιδεολογίες των μελετητών του. Εξ άλλου τα βασικά προβλήματα που απασχολούν τον Νίτσε αφορούν κυρίως την τέχνη και τον πολιτισμό. Οι πολύ λεπτές και εύστοχες παρατηρήσεις του πάνω στα ζητήματα αυτά, σε συνδυασμό με τα αναμφισβήτητα χαρίσματά του εξηγούν ως ένα βαθμό την γοητεία την οποία άσκησε σε πάρα πολλούς διανοούμενους. Ανάμεσά τους δεν ήταν μόνον "αντιδραστικοί" όπως ο Στρίνμπεργκ, ο Μπραντές, ο Σίμμελ, ο Μπέρτραμ, ο Γ. Χάουπτμαν, ο Αντρέ Ζιντ, ο Μαλρώ και ο Γιάσπερς, αλλά και "προοδευτικοί" όπως ο Τσβάιχ, ο Τόμας Μαν ή ο Μπέρναρ Σω-ακόμη και μαρξιστές όπως ο Μέρινγκ.
Πέρα από τους αφορισμούς, ο Νίτσε χρησιμοποιούσε ιδιαίτερα και τον Μύθο προκειμένου να εκφράσει τις ιδέες του. Μέσω του μύθου πέτυχε όχι μόνο να περιγράψει και να στηλιτεύσει τα σημαντικά προβλήματα της εποχής του, μα και να προσδιορίσει ορισμένα χαρακτηριστικά της επερχόμενης περιόδου. Διέθετε ένα χάρισμα παρατηρητικότητας, ευαισθησίας στις ιδέες και ευχέρειας αφαίρεσης, όχι τυχαίες. Από την άλλη όμως, η πολιτική τον ενδιέφερε ελάχιστα ενώ στο ζήτημα της οικονομίας είχε παντελή άγνοια.
4.ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ
Σύμφωνα με τον Λούκατς "το κέντρο γύρω από το οποίο περιστρέφεονται οι σκέψεις του Νίτσε, είναι απ' τη μια μεριά, η επίθεσή του εναντίον του σοσιαλισμού κι από την άλλη, ο αγώνας του για τη δημιουργία μιας ιμπεριαλιστικής Γερμανίας". Ο Λούκατς αναφέρεται στο πάθος του νεαρού Νίτσε να καταταγεί στο στρατό για να πολεμήσει στον γαλλογερμανικό πόλεμο του 1870, και στις ενθουσιώδεις επιστολές του προς τους φίλους του, όπου έκανε λόγο για την "γαλλοϊουδαϊκή ευτέλεια" και για την "γερμανική αποστολή". Η απέχθειά του προς τα λαϊκά στρώματα ξεκινά από την νεανική του ηλικία και θα συνεχιστεί σε όλη του τη ζωή. Το 1873 αγανακτισμένος για το "άνοιγμα" των γερμανικών πανεπιστημίων προς το λαό, σημειώνει ότι: "η γενική εκπαίδευση δηλαδή η βαρβαρότητα αποτελεί ακριβώς τον προάγγελο του κομμουνισμού". Πολύ αργότερα, στο "Λυκόφως των Ειδώλων", θα δηλώσει με απογοήτευση:
"δεν έχει απομείνει απολύτως καμιά ελπίδα να διαμορφωθεί πλέον εδώ μια τάξη από ένα μετριόφρονο και αυτάρκες είδος ανθρώπινων όντων, ενας τύπος Κινέζων: και κάτι τέτοιο θα ήταν λογικό, κάτι τέτοιο είναι ουσιαστικά αναγκαιότητα. Τι έχει γίνει; Όλα σχεδιάστηκαν για να συντρίψουν ακόμη και τις προϋποθέσεις για να γίνει κάτι τέτοιο-από την πιο ανεύθυνη απερισκεψία καταστράφηκαν τα ένστικτα εκείνα χάρη στα οποία ήταν δυνατή η ύπαρξη του εργάτη σαν τάξης, του εργάτη σνα εργάτη. Έκαναν τον εργάτη υπόχρεο στρατιωτικής υπηρεσίας, του επέτρεψαν ακόμη να σχηματίζει συνδικάτα και να ψηφίζει ... Αν όμως θέλει να πετύχει κανείς ένα στόχο, πρέπει επίσης να θέλει και τα μέσα γι' αυτόν το στόχο: Αν θέλουμε σκλάβους, τότε είμαστε ανόητοι που τους εκπαιδεύουμε να γίνουν κύριοι".
H εμμονή του Νίτσε σχετικά με την αναγκαιότητα της δουλείας είναι εντυπωσιακή. Εξοργισμένος από τις φιλεργατικές μεταρρυθμίσεις του Βίσμαρκ, δεν δίστασε να προβάλει την δουλοκτητική κοινωνία του "Χρυσού Αιώνα" της Αθήνας ως υπόδειγμα προς την "παρακμιακή" Γερμανία της εποχής του. Αυτό που τον ενοχλεί δεν είναι η κοινωνική αδικία, η ανεργία και ο άνισος καταμερισμός της εργασίας, αλλά το ακριβώς αντίθετο: οι παραχωρήσεις δικαιωμάτων από την αριστοκρατία στην εργατική τάξη. Η σκληρή κριτική του Νίτσε προς τον Βίσμαρκ ήταν ξεκάθαρα μια κριτική "από τα δεξιά". Αν σε κάποια φάση της ζωής του ο Νίτσε αποδέχτηκε (και μάλιστα απρόθυμα) την βισμαρκιανή δημοκρατία, το έκανε επειδή νόμισε πως είδε σ' αυτήν, τη δυνατότητα αποτροπής του σοσιαλισμού, τον οποίο μισούσε. Οραματιζόταν τη κυριαρχία μιας τάξης επιλέκτων, η οποία θα είχε πλήρη συνείδηση του γεγονότος ότι "η εργασία είναι ελάττωμα" και στην οποία οι ανέσεις της ζωής θα έδιναν τη δυνατότητα να δημιουργήσει έργα τέχνης αθάνατα.
5.ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΕΡΙΟΔΟΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ
Σχετικά με την διαμόρφωση της σκέψης του Νίτσε, ο Λούκατς διακρίνει τρεις περιόδους:
η πρώτη είναι η "νεανική" περίοδος, η οποία φτάνει μέχρι το 1875. Σ' αυτήν ανήκουν τα πρώτα του έργα όπως ο "Αγών Ομήρου" (1871-72), η "Γέννηση της Τραγωδίας" (1872) και οι "Ανεπίκαιροι Στοχασμοί" (1873). Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται, σύμφωνα με τον Λούκατς, από τη σύγχιση ενός ανήσυχου πνεύματος που αναζητά τον δρόμο του. Σ' αυτή την περίοδο ο Νίτσε είναι βαθιά επηρεασμένος από τον Σοπενάουερ και θαυμάζει τον Ρίχαρντ Βάγκνερ. Πάντως σε όλα αυτά τα έργα είναι διάχυτη η αποστροφή του προς την δημοκρατία και προς τις μάζες.
Η δεύτερη περίοδος περιλαμβάνει τα έτη ανάμεσα στα 1875-1880. Κατά την περίοδο αυτή παρατηρείται μια φαινομενικά "δημοκρατική-φιλελεύθερη" στροφή του Νίτσε. Το έργο του "Ανθρώπινο, πολύ Ανθρώπινο" είναι αφιερωμένο στον Βολταίρο. Ο Νίτσε καταφέρεται εναντίον του κράτους, και προειδοποιεί για τους κινδύνους που κρύβονται από τις ενισχυμένες εξουσίες του. Όμως, υπεύθυνος για την δημιουργία ενός υπερκράτους είναι ο σοσιαλισμός: "ο σοσιαλισμός μπορεί να χρησιμεύσει για να μας δείξει, με τρόπο πολύ χονδροειδή φυσικά, αλλά και πολύ ξεκάθαρο ωστόσο, τον αξεχώριστο κίνδυνο που παρουσιάζει η συσσώρευση των εξουσιών στο Κράτος, κίνδυνο που μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα την ανάπτυξη δυσπιστίας έναντι του Κράτους. Όταν ο σοσιαλισμός, με τη δυνατή και τραχειά φωνή του, ξεσπάει στην πολεμική κραυγή: "όσο μπορεί περισσότερο κράτος", η πολεμική αυτή κραυγή στην αρχή δημιουργεί μια μεγάλη αναταραχή, σε λίγο όμως, ξεχωρίζουμε και μιαν αντίθετη κραυγή, που η δύναμή της ε��ναι ακόμη μεγαλύτερη: "όσο μπορεί λιγότερο Κράτος".
Θα έλεγε κανείς ότι ο Νίτσε υιοθετεί τις φιλελεύθερες αντιλήψεις, όταν διακηρύσσει ότι: "η νεότερη δημοκρατία αντιπροσωπεύει την ιστορική μορφή της παρακμής του Κράτους ... Την ημέρα όπου το Κράτος δε θα είναι πια σε θέση να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των δραστηριοτήτων του, δε σημαίνει καθόλο�� ότι θ' αρχίσει το χάος, αλλ' αντίθετα η βασιλεία μιας επινόησης πιο ικανής ακόμη απ' ό,τι ήτανε το Κράτος, επινόησης που θα οδηγήσει τελικά σε μια νίκη πάνω στο Κράτος.
Η έλξη που αισθανόταν ο Νίτσε για ορισμένους Γάλλους στοχαστές του Διαφωτισμού και η κριτική του προς το "αντιδραστικό" κίνημα του ρομαντισμού, έκανε ορισμένους μελετητές του όπως τον Κάουφμαν να δουν σ' αυτόν έναν προοδευτικό συνεχιστή του Ντεκάρτ και του Αριστοτέλη, ο οποίος θέτει το άτομο στο επίκεντρο του φιλοσοφικού στοχασμού και επιζητεί με αγωνία και πάθος την βελτίωσή του. Ο Λούκατς απορρίπτει μια τέτοια θεώρηση και επισημαίνει ότι στην πραγματικότητα, ακόμη και σ' αυτή την "προοδευτική" του στροφή, ο Νίτσε δεν έπαψε ποτέ να κυριαρχείται από την περιφρόνησή του προς τις μάζες και την απέχθειά του προς τον σοσιαλισμό. Αν υποστηρίζει τον Βολταίρο, το κάνει επειδή πιστεύει ότι οι συντηρητικές μεταρρυθμίσεις της διδασκαλίας του θα μπορούσαν να αποτρέψουν το φάσμα της λαϊκής επανάστασης. Στο έργο του "Ανθρώπινο, πολύ Ανθρώπινο" αντιπαραβάλλει τον μετριοπαθή Βολταίρο προς τον παθιασμένο Ρουσώ, τον οποίο θεωρεί υπεύθυνο για το ξέσπασμα της γαλλικής επανάστασης. "Συντρίψτε τη την άτιμη!" αναφωνεί έξαλλος ο Νίτσε και προσθέτει ότι "η επανάσταση είν εκείνη που απώθησε, για ένα μεγάλο διάστημα, το πνεύμα της φιλοσοφίας του Διαφωτισμού και της θεωρίας της προοδευτικής εξέλιξης". Στο ίδιο έργο γράφει χαρακτηριστικά:
"ένας ανώτερος πολιτισμός δεν μπορεί να δημιουργηθεί παρά εκεί όπου υπάρχουν δύο διαφορετικές κάστες: η κάστα αυτών που εργάζονται και η κάστα αυτών που απολαμβάνουν όλες τις ανέσεις της ζωής, επειδή είναι προικισμένοι από τη φύση με ξεχωριστά προσόντα. Ή μάλλον για να πούμε τα πράγματα πιο ώμά: Ενας ανωτερος πολιτισμός δε μπορεί να δημιουργηθεί παρά εκεί που υπάρχει η κάστα της υποχρεωτικής εργασίας και η κάστα της ελεύθερης εργασίας".
Η τρίτη περίοδος του Νίτσε ξεκινά ουσιαστικά από το 1882 με την δημοσίευση της "Χαρούμενης Γνώσης", συνεχίζεται με τα κορυφαία έργα του όπως το "Τάδε Έφη Ζαρατούστρας"(1883-1885) το "Πέραν του Καλού και του Κακού" (1886) τη "Γενεαλογία της Ηθικής"(1887), το " Λυκόφως των Ειδώλων"(1888) και τον "Αντίχριστο"(1888). O Νίτσε κάνει πλέον μια ριζική στροφή σε σχέση με το παρελθόν: εγκαταλείπει όλες τους ενδοιασμούς και τις αμφιταλαντεύσεις της μεταβατικής περιόδου και εξωθεί, με ακόμη μεγαλύτερο πάθος, τις παλαιότερες αντιλήψεις του στα άκρα. Εξαπολύει μια δριμύτατη και χωρίς όρια πολεμική εναντίον του Σωκράτη, του Πλάτωνα, του Ρουσώ, του Καντ, του Δαρβίνου, ακόμη και εναντίον των παλαιών του προτύπων όπως του Βάγκνερ, και του Σοπενάουερ. Στην περίπτωση του Δαρβίνου, ο Λούκατς επισημαίνει μια πολύ ενδιαφέρουσα αντίφαση: από τη μια ο Νίτσε βασίζεται στην θεωρία της εξέλιξης προκειμένου να τεκμηριώσει τη δική του θεωρία της "θέλησης για δύναμη" και της κυριαρχίας του ισχυροτέρου, από την άλλη όμως, δεν διστάζει να διαστρέψει την δαρβινική θεωρία, ή ακόμα και να την απορρίψει χλευάζοντας τον Δαρβίνο, όποτε διαπιστώνει ότι δεν συμφωνεί με τις απόψεις του. Γράφει χαρακτηριστικά στο "Λυκόφως των Ειδώλων": "...ο Δαρβίνος ξέχασε το μυαλό (τυπικά αγγλικό αυτό!): οι ασθενέστεροι διαθέτουν περισσότερο μυαλό [από τους ισχυρότερους] ... Για να αποκτήσει κανείς μυαλό πρέπει να το χρειάζεται-το χάνει κανείς όταν δεν το χρειάζεται άλλο. Εκείνος που διαθέτει δύναμη αποποιείται το νου ... στην έννοια του "νου" εννοώ όπως βλέπετε τη φρόνηση, την υπομονή, το δόλο, την υποκρισία, τη μεγάλη αυτοκυριαρχία, και γενικά κάθε τι που ανήκει στην κατηγορία των ψεύτικων προτερημάτων (πράγμα που περιλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος αυτού που ονομάζουμε αρετή)".
Αυτό λοιπόν που θαυμάζει ο Νίτσε είναι η απόλυτη και η άλογη δύναμη. Οι πληβείοι και οι αδύναμοι, έχοντας συναίσθηση της αδυναμίας τους είναι αναγκασμένοι να χρησιμοποιούν το μυαλό τους για να επιβιώσουν. Το λογικό επομένως είναι η αρετή των αδυνάμων. Και συχνά, χάρη στο εξελιγμένο πνεύμα τους, οι αδύναμοι κατορθώνουν να νικούν τους δυνατούς-πράγμα ολέθριο. Στο "Πέραν του Καλού και του Κακού" ο Νίτσε ισχυρίζεται ότι είναι απαραίτητο να δημιουργηθεί ένας νέος τύπος ανθρώπου απαλλαγμένος από τις συμβατικές έννοιες του "καλού" και του "κακού":
"...Ζωή βασικά σημαίνει οικειοποίηση, τραυματισμός, βιασμός του αδυνάτου και του ξένου, καταπίεση, επιβολή με σκληρότητα των δικών σου μορφών, αφομοίωση, ή, λίγο ως πολύ, εκμετάλλευση... Η εκμετάλλευση δεν είναι κάτι που το συναντούμε σε μια ατελή ή πρωτόγονη κοινωνία. Είναι συναφής προς την ίδια τη φύση της ζωής, είναι μια πρωταρχική οργανική λειτουργία, κάτι που απορρέει από τη θέληση της καθαρής λεγόμενης δύναμης, η οποία είναι η ίδια η θέληση της ζωής". Σε μεταγενέστερα έργα του ο Νίτσε γίνεται ακόμη πιο ακραίος. Ισχυρίζεται ότι κάθε υγιής ηθική κυριαρχείται από κάποια μορφή του ζωτικού ενστίκτου. Αντίθετα, όλων των ειδών οι ηθικές στρέφονται εναντίον των ενστίκτων και επιδιώκουν να τα ελέγξουν, να τα περιορίσουν, να τα καταπνίξουν. Στο "Λυκόφως των Ειδώλων" δε διστάζει να πλέξει το εγκώμιο των εγκληματιών, στους οποίους βλέπει εγκλωβισμένη τη ζωώδη δύναμη του ενστίκτου:
"ο εγκληματίας είναι ο τυπος του δυνατού ανθρώπου που μεγάλωσε μέσα σε δυσμενείς συνθήκες, είναι ένας δυνατός άνθρωπος που αρρώστησε. Του έλειψε η άγρια ζωή, του έλειψε μια πιο ελεύθερη φύση, όπου θα μπορούσε να ζήσει μια ζωή πιο επικίνδυνη, μέσα στην οποία κάθε τι που είναι όπλο και άμυνα για το ένστικτο του δυνατού ανθρώπου, θα μπορούσε να καρποφορήσει". Σε τελευταία ανάλυση οι εγκληματίες δεν είναι παρά καρικατούρες των λεγομένων μεγάλων ανδρών, ή καλύτερα, οι τελευταίοι είναι εγκληματίες υψηλού στυλ. Με λίγα λόγια το έγκλημα είναι άμεσα συνδεδεμένο με το μεγαλείο.
Επομένως, η ιδανική κοινωνία του Νίτσε έχει δύο βασικά χαρακτηριστκά: από τη μια"λεπτότητα αισθητική, λεπτότητα ηθική και πολιτιστική, όσο τα μέλη της διευθύνουσας τάξης είνα ίσα αναμεταξύ τους, [και από την άλλη] κτηνωδία, σκληρότητα και βαρβαρότητα εναντίον του "ξένου", εναντίον δηλαδή των καταπιεζομένων, ή εναντίον εκείνων που είναι ενδεχόμενο να υποστούν τα δεινά της καταπίεσης". Προφανώς ο νεανικός ενθουσιασμός του Νίτσε για τη δουλεία έχει μετεξελιχθεί σε μόνιμο κίνητρο της φιλοσοφικής του σκέψης. Η περιφρόνησή του για τις λεγόμενες "χριστιανικές" αρετές και φυσικά για την χριστιανική ηθική, την ηθική των δούλων και των αδυνάτων, έχει μεταβληθεί σε μίσος, το οποίο εκφράζεται με παραληρηματική μορφή στις σελίδες του "Αντίχριστου". Η κριτική του προς τον Σωκράτη, (του οποίου η εξιδανίκευση του Λόγου και της Γνώσης εξόργιζε πάντοτε τον Νίτσε), παίρνει τώρα τη μορφή μιας σχεδόν χυδαίας πολεμικής. Γράφει στο "Λυκόφως των Ειδώλων": "O Σωκράτης ανήκε από καταγωγή, στις κατώτερες τάξεις: ο Σωκράτης ήταν ένας από τον όχλο. Ξέρει κανείς, βλέπει μόνος του, πόσο άσχημος ήταν. Αλλά η ασχήμια, μειονέκτημα από μόνη της, είναι ανάμεσα στους Έλληνες σχεδόν αναιρετικό στοιχείο. Ήταν πράγματι Έλληνας ο Σωκράτης; Η ασχήμια είναι συχνά αρκετό σημάδι καθυστερημένης ανάπτυξης, μιας ανάπτυξης καθυστερημένης από αίμα ξένο προς το ελληνικό. Αλλιώτικα φαίνεται σαν ένα βήμα προς την παρακμή. Οι ανθρωπολόγοι και οι εγκληματολόγοι μας λένε ότι ο τυπικός εγκληματίας είναι άσχημος: Monstrum in fronte monstrum in animo...Κάποιος ξένος περαστικός από την Αθήνα που θα ήξερε να διαβάζει πρόσωπα θα έκρινε τον Σωκράτη από το πρόσωπό του σαν monstrum-πως έκλεινε μέσα του κάθε κακία και ελάττωμα. Και ο Σωκράτης απαντούσε απλά: "Με ξέρετε κύριε!".
Μαζί με τον Σωκράτη απαξιώνεται και ο Πλάτων, ο οποίος χαρακτηρίζεται πρόδρομος του χριστιανισμού. Διαβάζουμε στον "Αντίχριστο": ...η δυσπιστία μου προς τον Πλάτωνα φτάνει σ'ολόκληρο το βάθος του: τον βρίσκω απομακρυσμένο απ' όλα τα θεμελιακά ένστικτα των Ελλήνων, τόσο ηθικά μολυσμέν, τόσο πολύ πρόδρομο του χριστιανισμού-έχει ήδη αναγάγει την έννοια του ¨καλού" στην υπέρτατη θέση-που θα προτιμούσα να περιγράψω το φαινόμενο "Πλάτων" με τον όρο"ανώτερη απάτη" ή, αν προτιμάτε, "ιδεαλισμός" παρά με οποιονδήποτε άλλο..."
Θα έλεγε κανείς ότι ο Νίτσε με μια σχεδόν παιδική χαιρεκακία επιδιώκει την κατάρριψη όλων των θέσφατων της εποχής του, σαν ένα σχολιαρόπαιδο που αμφισβητεί με αυθάδεια όλα όσα έχει διδαχθεί, αδιαφορώντας για τις αντιφάσεις στις οποίες το οδηγεί αυτή η προσπάθειά του. Όπως παρατηρεί ο Λούκατς:
"Εκείνος που θα ήθελε να υποβάλει σε μια λογική και φιλοσοφική ανάλυση τις απόψεις του Νίτσε, θ' ανακάλυπτε ένα ολοκληρωτικό χάος, όπου αντιπαρατίθενται διάφορες αυθαίρετες διαπιστώσεις, οι οποίες εναντιώνονται η μια προς την άλλη, και αποκλείουν οι μεν τις δε. Ωστόσο, δεν πιστεύουμε πως αυτό το γεγονός μπορεί να αναιρέσει αυτό που ευθύς εξ αρχής είπαμε: δηλαδή, ότι ο Νίτσε διαθέτει ένα σύστημα που το χαρακτηρίζει η συνέπεια. Το συνδετικό στοιχείο αυτού του συστήματος είναι το κοινωνικό περιεχόμενο που διέπει τη σκέψη του Νίτσε: η πάλη εναντίον του σοσιαλισμού".
Αυτό, σε τελευταία ανάλυση, είναι και το δικό μου συμπέρασμα. Το βασικό στοιχείο που διατηρείται απαράλλαχτο σε όλες τις πνευματικές φάσεις του μεγάλου γερμανού φιλοσόφου, είναι η απέχθειά του προς τις μάζες. Ο Νίτσε αντιμάχεται με αυξανόμενο πάθος όλες τις εξισωτικές τάσεις της εποχής του και εκεί θα πρέπει να αναζητηθεί τόσο η προέλευση του μίσους του εναντίον του χριστιανισμού, εναντίον της Λογικής και της Γνώσης όσο και η διαμόρφωση των θεωριών του Υπερανθρώπου και της "Αιώνιας Επιστροφής"