1922, Αύγουστος. Οι πρώτοι πρόσφυγες φτάνουν στα ελληνικά λιμάνια. Τους επόμενους μήνες θα ακολουθήσουν ένα εκατομμύριο πεινασμένοι, απελπισμένοι και ρακένδυτοι Έλληνες και Αρμένιοι από την Ανατολική Θράκη, τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Κωνσταντινούπολη. Το μυθιστόρημα Μάνα πατρίδα, κακιά μητριά εστιάζει στη ζωή τους, στην Αθήνα και στον Πειραιά κυρίως, από τον Αύγουστο του 1922 μέχρι τον Αύγουστο του 1923. Ο ρεαλισμός του συγκλονίζει, καθώς αναπαριστά το χάος αυτού του χρόνου στον οποίο κυριαρχούν η εκμετάλλευση, η απόρριψη, η περιθωριοποίηση, η κερδοσκοπία και το εμπόριο ανθρώπων. Οι κεντρικοί ήρωες ωστόσο δεν είναι ούτε κάτοικοι της «μητρόπολης» ούτε δυστυχισμένοι πρόσφυγες, αλλά έμπειροι ξένοι δημοσιογράφοι που έχουν εξοικειωθεί με εικόνες τρόμου και εξαθλίωσης και μπορούν να κρίνουν, να συγκρίνουν και να αποκαλύπτουν.
Το βιβλίο του Γιάννη Σιώτου είναι καρπός πολυετούς έρευνας. Ένα συνταρακτικό μυθιστόρημα που διαβάζεται σαν ντοκουμέντο. Στις σελίδες του αναδεικνύει την αναμέτρηση της «αλήθειας» των ισχυρών και των εφησυχασμένων με τη θλιβερή καθημερινότητα, που πολλές πτυχές της εξακολουθούν να παραμένουν σκοτεινές, δυσδιάκριτες και ανομολόγητες έναν αιώνα μετά.
Δε μου άρεσε, δε μου άρεσε καθόλου! Δε μου άρεσε επειδή λέει ή προσπαθεί να πει την αλήθεια για το τι έγινε στην Ελλάδα αμέσως μετά την καταστροφή στη Μικρασία. Το πρόσωπο της αλήθειας - αν και όλοι μας λέμε πως την αγαπούμε- είναι πολλές φορές άσχημο, κάποιες μάλιστα φορές είναι αποκρουστικό. Δε μου άρεσε λοιπόν γιατί μιλά για μια εποχή για την οποία, όλοι οι Ελληνες, δεν θέλουμε να μιλούμε. Και το χειρότερο όλων είναι πως, αν το καλοσκεφτεί κανείς, δεν έχει αλλάξει τίποτα από τότε ως σήμερα.Η βρωμιά επιπλέει πάντα στο νερό ενώ όλοι οι καλοί άνθρωποι βουλιάζουν και χάνονται στο βυθό και στο σκοτάδι.