"Μετά θα ντυνόμουν και θα έφευγα. Ο Σταμάτης δεν θα μάθαινε τίποτα. Η Λίνα δεν θα μάθαινε τίποτα. Η Βίκυ δεν θα μάθαινε τίποτα. Τα παιδιά της δεν θα μάθαιναν τίποτα. Ο Παύλος δεν θα μάθαινε τίποτα. Δεν θα επαναλαμβανόταν, ή θα το επαναλάμβανε λίγες μόνο φορές στα κρυφά πριν καταλάβουμε ότι δεν είχε νόημα."
Τις τελευταίες μέρες πριν από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης ένας λέκτορας που πλησιάζει τα σαράντα και προσπαθεί μάταια να τελειώσει το βιβλίο του για τον "Κλόουν" του Χάινριχ Μπελ συναντάει μια παλιά του φίλη. Υπήρξαν κάποτε συμφοιτητές στη Φιλοσοφική Σχολή και συνάδελφοι σε επαρχιακά λύκεια, όμως πια δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν ο ένας τον άλλο. Καθώς προετοιμάζονται για ένα στάσιμο μέλλον στην υπόλοιπη ζωή τους, ανατρέπεται το παρελθόν τους.
Σημείωση: όπου παραθέτω αποσπάσματα δεν αναφέρω και τη σελίδα καθώς διάβασα το βιβλίο σε ebook άρα η αρίθμηση θα είναι διαφορετική στα φυσικά αντίτυπα. Επίσης, το βιβλίο είχε πάρα πολλά λάθη επιμέλειας, σε σημείο να μην βγάζουν νόημα προτάσεις λόγω λαθών στίξης, αλλά δεν έχει νόημα να τα καταγράψω αυτά, οπότε θα σχολιάσω κατά βάση το περιεχόμενο.
Η πρωτόλεια νουβέλα του Ανυφαντάκη φαίνεται πως είχε αξιώσεις, οι οποίες δυστυχώς δεν επαληθεύτηκαν. Δεν βλέπω με τι κριτήρια βραβεύτηκε ως πρωτοεμφανιζόμενος. Αν κρίνω μόνο από αυτό το πόνημα (θα διαβάσω το επόμενο διάστημα την πιο πρόσφατη νουβέλα του συγγραφέα για να σχηματίσω επαρκέστερη άποψη) θα έλεγα πως έχουμε μια κλασική περίπτωση αυτού που ονομάζω "συνδρομο του Κούντερα" από το οποίο πάσχουν συνήθως νεαροί άνδρες συγγραφείς, που καταπιάνονται με εντελως κοινότοπες και βαρετές αφηγήσεις, κυρίως από την ζωή τους, στην οποία το μόνο ενδιαφέρον πράγμα που συνέβη ποτέ ήταν κάποιο γκομενικό περιστατικό, και μέσω αυτών των αφηγήσεων φροντίζουν να μιμηθούν όσο μπορούν τον Κούντερα (ανεπιτυχώς, μην παρεξηγηθω και πιστεψετε οτι μοιαζει με οποιονδηποτε τροπο αυτο το βιβλιο με κατι που εχει γραψει ο Κούντερα), ελπίζοντας να προσδώσουν κάποιο βάθος στη γραφή τους, δυστυχώς χωρίς καμία επιτυχία.
Η αφήγηση είναι υπερβολικά μονότονη, σε σημείο πλήξης, χωρίς κανένα απολύτως ενδιαφέρον. Ο ήρωας δεν καταφέρνει να αποκτήσει βάθος παρά τις συνεχείς συγκρίσεις που αποτολμά ο συγγραφέας με τους γύρω του. Είναι υποτίθεται ο ξεχωριστός που αντιλαμβάνεται την κοινοτοπία, ωστόσο ο συγγραφέας φαίνεται να μην αντιλαμβάνεται ότι και ο αφηγητής είναι βουτηγμένος στα κλισέ. Η ανάμειξη των γκομενικών με μια επίφαση κουλτούρας δεν σώζει την ανύπαρκτη πλοκή. Και μην με παρεξηγήσετε: πολλά σπουδαία έργα λογοτεχνίας αφορούν ακριβώς αυτό, τα γκομενικά των συγγραφέων, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Ανυφαντάκης στήνει το βιβλίο με έναν εντελώς επιφανειακό τρόπο και μοιάζει σαν αν θέλει να μείνει έκθαμβος ο αναγνώστης από την ανιαρή ιστορία του. Οι αμέτρητες αναφορές στον Κλόουν του Μπελ, παρά τη σύνδεση με τη διατριβή που υποτίθεται πως γράφει ο ήρωας, συχνά παίρνουν τον χαρακτήρα της φλυαρίας, αν όχι των ασυναρτησιών. Το ίδιο ισχύει και για τις απλουστεύσεις που επιχειρεί ο συγγραφέας για τον Τόμας Μαν. Η προσέγγιση που γίνεται, μέσω της Γεωργίας, στον Θάνατο στη Βενετία, είναι πολύ απλοίκή και είναι μονάχα ένα μικρό μέρος μιας βιογραφικής ανάλυσης χωρις να αγγίζει επουδενί τον συμβολιστικό πλούτο και τον φιλοσοφικό πλουραλισμό που περιέχει το συγκεκριμένο έργο του Μαν. Το να υποθέτει η ηρωίδα -και κατ'επέκταση, πιθανόν, και ο συγγραφέας- ότι ο Τάτζιο είναι ένα πραγματικό πρόσωπο που παραπέμπει σε κάποιον Τάτζιο που πόθησε ο Μαν, μάλλον δείχνει πως δεν έχει μεγάλη ευχέρεια στα χαρακτηριστικά των ηρωων του Μαν και στον τρόπο που τείνει να σχηματοποιεί την επιθυμία με το αντιθετικό ζεύγος του έρωτα και του θανάτου, ανεξάρτητα από το φύλο. Το ίδιο ισχύει και για την σύγκριση της Βίκυς με τη Μαντάμ Μποβαρύ. Η Μποβαρύ δεν έχει καμία σχέση με τον χαρακτήρα της Βίκυς η οποία φαίνεται να εξοικειώνεται πλήρως με τον κοινωνικό κομφορμισμό του περιβάλλοντός της, κάτι που ποτέ δεν συνέβη με τη Μποβαρύ.
Ο σεξισμός είναι διάχυτος στο βιβλίο ("έμοιαζε ακόμα πιο νέα, σαν ένα κορίτσι 15-16 ετών. Ευτυχώς όχι όπως τα δεκαεξάχρονα που είχα μαθήτρεις στο σχολείο, με τα φτηνά βαμμένα πρόσωπα", "τα ωάρια της καταστρέφονταν αγονιμοποίητα", "αν δεν είχα δει την Άννια δεν θα φανταζόμουν τον πρόστυχο τρόπο με τον οποίο είχε ανθίσει το σώμα της", "το υπόλοιπο φόρεμα ήταν όπως θα φανταζόμουν ένα νυφικό της Βίκης. Λίγη φινέτσα και πολύ βυζί) και δεν νομίζω ότι γίνεται σκόπιμα από τον συγγραφέα, προκειμένου δηλαδή να στηλιτεύσει το φαινόμενο, αλλά μάλλον ακούσια και αυτοματοποιημένα. Οι γυναικείοι χαρακτήρες μοιάζουν να βρίσκονται εκεί μόνο για χάρη του αρσενικού ήρωα, ο οποίος κρίνει την εμφάνισή τους, τη διανοητική τους ικανότητα και περιφέρεται ανάμεσά τους σαν ένας ταλαιπωρημένος εγωκεντρικός άνδρας που είναι συντετριμμένος επειδή ο κόσμος δεν περιστρέφεται γύρω από την αφεντιά του (με ενοχλημένη αυταρέσκεια περιγράφει τα προνόμιά του: "τα δύο άρθρα που δημοσίευα κάθε χρόνο, η δουλειά που μου πρόσφερε έναν ευχάριστο μισθό, ο ανόητος θαυμασμός ορισμένων φοιτητριών που μπορούσε να τις φέρει στο κρεβάτι μου, ήταν αρκετά και δεν έπρεπε να έχω παράπονο")
Η ιστορία δεν διαθέτει συμμετρία, για νουβέλα μοιάζει χαοτική χρονολογικά, ενώ παράλληλα δεν σου γεννά αγωνία για το τι συμβαίνει μετά ή τι συνέβη πριν. Είναι απλώς μια πληκτική αφήγηση γκομενικών που πάει κάπως έτσι: "το απόγευμα του Σαββάτου τηλεφώνησε η Γεωργία. Είχα πει λίγα πράγματα γι'αυτήν στη Λίνα και δεν υπήρχε λόγος να μάθει περισσότερα. Στη Γεωργία απάντησα υπαινικτικά ότι ήμασταν απασχολημένοι και στη Λίνα δεν είπα τίποτα".
Στο τελευταίο μέρος του βιβλίου, στο γάμο της Βίκυς, γίνεται φανερό ότι ο αφηγητης (ίσως και ο συγγραφέας; ) τρέφει κάποιο απωθημένο για έναν χασάπη που στο παρελθόν του έφαγε τη γκόμενα (στην ιστορία ειναι ο άντραςπου παντρεύεται η Βίκυ) Παραθέτω γλαφυρά αποσπάσματα:"θα έβλεπα τη Βίκυ να κάθεται δίπλα στο χασαπόπαιδο", "το χασαπόπαιδο ήταν πνιγμένο στον ιδρώτα μέσα στο μαύρο κοστούμι του", "ο χαποϊδρώτας του κόλλησε πάνω μου", "μπήκε μέσα η νύφη με το χασαπόπαιδό της", "μού είχε πει ότι ο χασάπης της είχε πολύ μεγάλο πούτσο, μεγαλύτερο από τον δικό μου, αλλά τελείωνε γρήγορα", "είχε πάει και ο χασάπης μαζί με τους φίλους του για χορό", "πίσω της γελούσε το χασαπόπαιδο", "αν μη τι άλλο ο φορτηγατζής ήταν πιο αρρενωπός από το χασαπόπαιδο που τελείωνε πριν βγάλει το παντελόνι του", "τώρα δεν έλεγε η Βίκυ πώς το έκανε με το χασαπόπαιδο στο δεύτερο έτος της σχολής στις τουαλέτες του έκτου ορόφου".
Αν τουλάχιστον είχε εξαρχής αναπτυχθεί η εμμονή με τον χασάπη, νομίζω πως θα ήταν πολύ πιο ενδιαφέρον και ευχάριστο ανάγνωσμα.
Τέλος, δεν καταλαβαίνω για ποιο λόγο στο οπισθόφυλλο λέγεται το εξής: "τις τελευταίες ημέρες πριν την οικονομική κρίση". Μια οικονομική κρίση δεν έχει ένα ξεκάθαρο ορόσημο, ειδικά ημερών, δεν λειτουργούν έτσι τα φαινόμενα της οικονομικής αποσάθρωσης στον καπιταλισμό. Ακόμα, για παράδειγμα, και η οικονομική κρίση που επήλθε από το Κραχ του '29, είχε αιτίες που διαμορφώθηκαν πρωτύτερα. Συνεπώς, είναι μη λογική διατύπωση ιστορικά.
Ο Ιάκωβος Ανυφαντάκης παρουσιάζεται και συστήνεται στο αναγνωστικό κοινό με την νουβέλα "Αλεπούδες στην πλαγιά" για το οποίο τέθηκε και υποψήφιος για βραβείο Κρατικό Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα και Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην πεζογραφία του περιοδικού "ο αναγνώστης". Στο βιβλίο αυτό ο συγγραφέας καταπιάνεται με τις σχέσεις των ηρώων του και συγκεκριμένα δύο φύλων στο διάστημα της ηλικίας τους από τα είκοσι πέντε έως τα σαράντα. Είναι από τις λίγες ιστορίες που έχω διαβάσει με αρχή και τέλος (μολονότι παίζει με τον χρόνο) καθώς στόχος του συγγραφέα ήταν να φανερώσει την ισορροπία μεταξύ φιλίας και έρωτα. Ειδικότερα αυτή η αίσθηση που μου καλλιεργήθηκε ήταν του ανικανοποίητου καθώς ο αφηγητής σε α' πρόσωπο εκμυστηρεύεται στον αναγνώστη του κάνοντας έναν απολογισμό της ζωής του τις ερωτικές αστοχίες ή αποτυχίες του. Το παρελθόν κυνηγά τον ήρωα και οι παροντικές εφήμερες σχέσεις του φαίνεται να αποτελούν το αναλγητικό του. Αυτή η επιστροφή στο παρελθόν ωστόσο θα τον οδηγήσει σε νέες σκέψεις και έτσι θα μπορέσει να επανεξετάσει την ζωή του. Έχοντας πρόσφατα διαβάσει Nabokov δεν θα μπορούσα να μην σημειώσω ότι ο Ανυφαντάκης μου ξύπνησε κάποια αφηγηματικά αποσπάσματα της Λολίτα αφού η ηρωίδα του Άννια φαίνεται να παρασύρεται και να καταστρέφεται από την συμπεριφορά της, κι έπειτα δίνει τον λόγο στον αφηγητή να αναλογιστεί τις αιτίες που οδήγησαν την ηρωίδα σ' αυτήν την πράξη. Απόλαυσα το μελαγχολικό ύφος γραφής που πρόσφεραν οι αναμνήσεις...
Το πρώτο βιβλίο του Ανυφαντάκη. Δικαίως είχε πάρει τόσο καλές κριτικές. Μου άρεσε ο μελαγχολικός του τόνος. Ταιριάζει άψογα με το θέμα του βιβλίου σχετικά με τις επιλογές μας και ποσο καθορίζουν τη ζωή μας αυτά τα αν και τα ίσως . Ξεχώρισα κάποιες δυνατές φράσεις και απόλαυσα τον ρεαλιστικό τρόπο γραφής.