Καλοκαίρι. Μια παρέα εφήβων ατοιμάζεται για τις εισαγωγικές εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο. Φροντιστήριο, καβγάδες με τους γονείς, ραντεβού με την Μάρω και την Κάτια, ο ερασιτεχνικός σταθμός στην ταράτσα του Δημήτρη του 94, μπάνια στη θάλασσα, θερινά σινεμά και λίγο διάβασμα. Μετά τις εξετάσεις, σαν σε παλιό χορό, τα ζευγάρια θα χωρίσουν για να σμίξουν ξανά σε νέους συνδυασμούς και η παρέα θα διαλυθεί πριν προλάβουν οι φιλίες να ξεφτίσουν. Οι ήρωες πληρώνουν τα διόδια του τέλους της εφηβείας τους. Και το ταξίδι συνεχίζεται...
Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος (English: Vangelis Raptopoulos) είναι Έλληνας συγγραφέας με περίπου τριάντα βιβλία, κυρίως μυθιστορήματα, που έχουν εκδοθεί και σε ξένες γλώσσες και έχουν διασκευαστεί για θέατρο, κινηματογράφο και τηλεόραση. Έχει εργαστεί ως σεναριογράφος, αρθρογράφος, σύμβουλος λογοτεχνίας και παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών, ενώ διδάσκει δημιουργική γραφή.
Κάτι σαν το Λόγω Τιμής, αλλά όχι 90s, εντελώς 80s, σε μια περίοδο που δεν έγραφε βιβλία η Κουτσή Μαρία και έβγαιναν 5 ελληνικά βιβλία το χρόνο. Και όπως είχε πει ο Τατσόπουλος (;)-ή ο Χωμενίδης (;)-τα βιβλία τότε είχαν χώρο και χρόνο να καθίσουν στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, no wonder που αυτό το βιβλίο έγινε επιτυχία. Δηλαδή μια παρέα παιδιών δίνει Πανελλήνιες, σοκαριστικό, μιλάμε φοβερή πλοκή, να την κάνουμε ταινία στο Χόλιγουντ-γκες γουάτ, την έκαναν μίνι σειρά στην ΕΡΤ. Και εγώ έχω δώσει Πανελλήνιες, δεν είναι κάτι (Αυτό το #GNTMgr με έχει καταστρέψει).
Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του '80, όπου τέσσερις φίλοι βρίσκονται αντιμέτωποι με την τρέλα και την παράνοια των εισαγωγικών εξετάσεων για το πανεπιστήμιο. Οι τρεις από αυτούς δίνουν τις εξετάσεις, ο τέταρτος είναι μικρότερος και ακόμα κρατάει μια απόσταση από αυτήν την αηδία. Τέλος πάντων, εμείς γινόμαστε μάρτυρες της καθημερινότητάς τους: Από την μια το διάβασμα και το κήρυγμα των γονιών, από την άλλη το άραγμα, οι βόλτες, οι πρώτες επαφές με το άλλο φύλο και οι πρώτες σχετικές απογοητεύσεις, η τρέλα για την μουσική μέσω ενός πειρατικού ραδιοφωνικού σταθμού, και πάει λέγοντας. Μετά έρχονται και περνάνε οι εξετάσεις, τεμπέλιασμα, λίγα μπανάκια και βόλτες με ένα βανάκι, μέχρι που θα έρθει η ώρα όπου κάθε κατεργάρης θα πάει στον μπάγκο του.
Δεν ξέρω αν αποτελεί υπερβολή η παράφραση "ομαδικό πορτρέτο για μια γενιά" που υπάρχει στο εξώφυλλο, όμως δεν νομίζω ότι πέφτει και έξω. Ο Ραπτόπουλος με ταξίδεψε πίσω στον χρόνο, τόσο σ'αυτόν της ιστορίας όσο και στα δικά μου χρόνια, τότε που πήγαινα ακόμα Λύκειο, με την τρέλα για το διάβασμα και τις εξετάσεις να είναι έντονη (εγώ πότε δεν το πήρα στα σοβαρά όλο αυτό βέβαια), τότε που ακόμα οι γονείς έκαναν κήρυγμα, τότε που έπαιρνα συνεχώς τους δρόμους με τα "ρεμάλια" τους φίλους μου. Βέβαια τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά την δεκαετία του '80, ίσως καλύτερα και πιο αληθινά, δεν ξέρω. Βόλτες σε πάρκα, δρόμους και καφεζαχαροπλαστεία, νυχτερινοί έξοδοι σε σινεμαδάκια και ντισκοτέκ, πειρατικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί, και ούτω καθεξής. Υποθέτω ότι η κάθε εποχή έχει τα θετικά και τα αρνητικά της, αν και προσωπικά δεν θεωρώ θετικά το κάψιμο στο Φέισμπουκ και το Ίνσταγκραμ, τις σέλφις, τα "έξυπνα κινητά", και δεν ξέρω 'γω τι άλλο. Σε λάθος εποχή γεννήθηκα φαίνεται...
Η γραφή του Ραπτόπουλου είναι αληθινή, φυσική και άμεση, κυλάει σαν νεράκι. Ωραίες περιγραφές των διαφόρων σκηνικών, πειστικοί διάλογοι. Δεν είναι ένα βιβλίο που θα το διαβάσεις για την πλοκή ή την πρωτοτυπία του, αλλά για το νοσταλγικό ταξίδι στο παρελθόν, την περιγραφή μιας άλλης εποχής και, φυσικά, την αμεσότητα και την απλότητα στην γραφή. Στα αδιάβαστα έχω το "Λούλα", που το κρατάω για ειδικές καταστάσεις έτσι ιδιαίτερο που φαίνεται να είναι, ενώ μελλοντικά ίσως προμηθευτώ και άλλα βιβλία του.
Τέλη δεκαετίας του '70 με αρχές '80, μια παρέα τεσσάρων αγοριών ζουν στον πυρετό της θερινής προετοιμασίας για τις Εισαγωγικές Εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο, προσπαθώντας να βρουν όρεξη για διάβασμα ώστε να αποφύγουν το κύρηγμα των γονιών και την απογοήτευση μια ενδεχόμενης αποτυχίας. Παράλληλα, φλερτάρουν, κάνουν σχέσεις και τις χαλάνε, γεύονται τις πρώτες ερωτικές απογοητεύσεις, ανακαλύπτουν την αξία της φιλίας, αισθάνονται το θάνατο και την απώλεια αγαπημένων προσώπων να τους ακουμπούν την πλάτη, ακούνε μουσική και ταξιδεύουν με τη συντροφιά της νοερά ως τα αστέρια, μπαίνουν σε βανάκια και βάζουν την ταχεία προς άγνωστη κατεύθυνση θέλοντας απλά να απολαύσουν τη διαδρομή. Με λίγα λόγια, ζουν μες τον πυρήνα της νεότητάς τους που ετοιμάζεται να εκραγεί και να μετουσιωθεί σε κάτι διαφορετικό.
Το βιβλίο μου άρεσε κυριώς για έναν λόγο, με ταξίδεψε σε μια εποχή που, ούσα γεννημένη αρχές του '90, γνώρισα μόνο μέσω των διηγήσεων των γονιών μου ή των cult κασετών του '80! Μια εποχή με τις ντισκοτέκ της, τους πειρατικούς ραδιοσταθμούς της, τα ζαχαροπλαστεία της, το άγαρμπο αλλά αληθινό καμάκι της, την αυθεντικότητά της. Τότε που οι νέοι δεν αποτελούσαν έρμαια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που οι άνθρωποι δεν είχαν περιχαρακωθεί ακόμα στον εαυτό τους τρελαμένοι από το άγχος της καθημερινότητας. Με μετέφερε σε εκείνα τα χρόνια που υπήρχε ακόμα η έννοια της "παρέας" και της "γειτονιάς", με τους ανθρώπους να επικοινωνούν ουσιαστικά και τα παιδιά να παίζουν στις αλάνες. Σε μια εποχή αθωότητας, οπού ο έρωτας δεν πουλιόταν σε τσόντες στο διαδίκτυο και που οι νέοι πίστευαν ακόμα σε κάποια ιδεώδη, ελπίζοντας πως κάτι μπορεί να αλλάξει, πριν το μέλλον τους διαψεύσει πανηγυρικά. Με μια γραφή όμορφη και μια ιστορία ρεαλιστική, το βιβλίο αυτό με γέμισε με μια γλυκιά νοσταλγία για κάτι που δε θα ζήσω ποτέ.
Φλερτάρω συγγραφικά με τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο εδώ και πολύ καιρό αλλά σχεδόν πάντα το ανέβαλλα. Για την ακρίβεια στα πράγματα που πρέπει να κάνω πριν πεθάνω είναι να διαβάσω τη καημένη τη Λούλα που για κάποιο λόγο όλο την ξεκινάω και όλο τη σταματάω λες και δεν είμαι ακόμα έτοιμη γι αυτήν. Τελικά μάλλον για να μπορέσω να φτάσω στη Λούλα έπρεπε πρώτα να περάσω τα απαραίτητα Διόδια. Πρώτη γνωριμία λοιπόν με τον συγγραφέα σε ένα μάλλον από τα πιο λάιτ βιβλία του από πλευράς κοφτερής γλώσσας απ ότι τουλάχιστον έχω καταλάβει διαβάζοντας κριτικές σε άλλα βιβλία του. Χωρίς να με συναρπάσει μου δημιούργησε μια ωραία νοσταλγικότητα για μια εποχή που ναι μεν δεν την έχω ζήσει αλλά πάντα μου αρέσει να διαβάσω αναμνήσεις και περιγραφές από αυτήν ίσως γιατί βαθιά μέσα μου πάντα πίστευα ότι έχω γεννηθεί σε λάθος εποχή. Άμεση γραφή, ειλικρινής. Κρίμα που δεν υπάρχουν πλέον αυτές οι παρέες ή τουλάχιστον εγώ δεν πιστεύω ότι υπάρχουν τουλάχιστον με την ίδια αγνότητα και τρυφερότητα που υπήρχαν τότε.
Στο βιβλίο του Ραπτόπουλου που βγήκε το 1982, αν δεν κάνω λάθος, γνωρίζουμε 4 νεαρούς που δίνουν εξετάσεις για το πανεπιστήμιο, ερωτεύονται και προσπαθούν να επιβιώσουν το τελευταίο καλοκαίρι πριν χωρίσουν οι δρόμοι τους.
Τα 'Διόδια' είναι μια ιστορία ενηλικίωσης ή τουλάχιστον αυτό φαντάζομαι ήθελε να είναι ο συγγραφέας, προσωπικά την βρήκα ελλειπή. Αγωνία για τα αποτελέσματα των κατατακτήριων εξετάσεων, ντισκοτέκ και παράνομες ραδιοφωνικές εκπομπές και πολλές πολλές σελίδες χωρίς ουσιαστικά να συμβαίνει κάτι που να δικαιολογεί την χρήση του μελανιού. Δεν είναι κακό απλά εγώ είμαι πολύ μεγάλη για αυτό (ένιωθα πιο κοντά στους γονείς χάχα από ότι στους εφήβους) και δεν μεγάλωσα στην δεκαετία του '80 για να νιώσω κάποια σύνδεση με τους χαρακτήρες ή κάποια νοσταλγία . Του έβαλα 2.5/5 αστεράκια. Πιστεύω θα μου άρεσε περισσότερο αν ήμουν 17 χρόνια μικρότερη.
όσοι είμαστε πάνω από 40 τα έχουμε ζήσει... μας έχουν μεγαλώσει... μας λείπει αυτή η εποχή... τσιγάρο... κι άλλο τσιγάρο... μουσική... κορίτσια... όλοι είμαστε μέσα σε αυτό το βιβλίο.... όλοι το ζησαμε... στην εκδοχή μας... τέλειο
Το βιβλίο που μου γνώρισε τον Β. Ραπτόπουλο. Και μάλιστα, πρώτα ως τηλεοπτική μίνι σειρά και μετά ως λογοτεχνικό έργο. Η επαφή μαζί του έλαβε χώρα το σωτήριον έτος 1988, τη χρονιά που έδινα κι εγώ πανελλήνιες. Όπως αντιλαμβανεστε μιλάμε για σχεδόν πλήρη ταύτιση. Συστήνεται σε "σειρές", τουτέστιν σε όσους έχουν γεννηθεί μεταξύ 1960 και 1970 και σε όσους πιτσιρικάδες θελούν να μάθουν πώς την έβγαζαν οι γονείς τους σε μία εποχή χωρίς κινητά, ιδιωτική τηλεόραση και μέσα μαζικής δικτύωσης. ΥΓ: Η σειρά πρέπει να υπάρχει ακόμα στα ert archives, όποιος έχει χρόνο ας τη δει, μιλάμε για 4 μόλις επεισόδια.
Ο Ραπτόπουλος εμπνέεται από την εφηβεία του και γράφει μια νουβέλα που σφύζει από φρεσκάδα, χιούμορ και ρεαλισμό, ενώ δεν ξεχνά σε κάποια σημεία να δημιουργεί ένα θετικό αίσθημα νοσταλγίας στον αναγνώστη. Τα περισσότερα στάδια της εφηβείας μια παρέας αγοριών και κοριτσιών (καβγάδες με τους γονείς, άγχος για τις πανελλαδικές εξετάσεις, ραντεβού, έρωτες κτλ.) περιγράφονται με ζωντάνια και αποτελούν τα 'διόδια' που πληρώνουν οι ήρωες για να ενηλικιωθούν. Κεντρικός πυρήνας της ζωής της παρέας των αγοριών είναι ο ερασιτεχνικός σταθμός στη ταράτσα ενός από από τους βασικούς ήρωες (του Δημήτρη του '94').
To 1988 γυρίστηκε με αρκετή επιτυχία και μίνι-σειρά στη κρατική τηλεόραση βασισμένη στο βιβλίο.
2,5/5 Το έπιασα πάλι από την αρχή κι ενώ όταν το είχα πρωτοπάρει στα χέρια μου είχα έναν ενθουσιασμό τώρα απολύτως τίποτα δεν ένιωσα. Ίσως ήλπιζα πολλά ,γιατί θα ήθελα να είχα ένα βιβλίο ενηλικίωσης πλήρως ολοκληρωμένο και άρτιο.Δυστυχώς δεν είχα κάτι τέτοιο....Βέβαια δεν απογοητεύομαι σε μία περίπτωση από το Ραπτόπουλο(δεν έχω διαβάσει ακόμα τις μεγάλες επιτυχίες του και το σκοπεύω μέσα στο χειμώνα!). Υ.Γ.:Υπάρχει κάποιος που έχει δει τη τηλεοπτική σειρά της ΕΡΤ η οποία βασιζόταν στο βιβλίο;
Ένα νοσταλγικό ταξίδι στις αρχές της δεκαετίας του 80. Μια παρέα που ετοιμάζεται για τις Πανελλήνιες, ένας πειρατικός ραδιοφωνικός σταθμός, αγουροι έρωτες, όνειρα και απογοητευσεις. Το βιβλίο έχει συγκεκριμένο κοινό, αυτό που θα ανασύρει τις δικές του εφηβικές αναμνήσεις από έναν κόσμο που χάθηκε οριστικά. Η γλώσσα απλή όπως θα έπρεπε να ειναι μιας και μιλάμε για διαλόγους εφήβων, η ιστορία συνηθισμένη, ανάλαφρη. Θα έλεγα ότι αυτό που λείπει από μια τέτοια παρέα όπως αυτή που παρακολουθούμε στις σελίδες του βιβλίου είναι το χιούμορ, κάτι που θα έδινε περισσότερη νοστιμιά στο κείμενο.
Δεν είναι η ιστορία, δεν είναι η πλοκή, δεν είναι η αγωνία. Τίποτα απ' όλα αυτά δεν χορταίνει ο αναγνώστης διαβάζοντας τα Διόδια. Γι' αυτό και κάποιοι δεν κατάφεραν να αγαπήσουν το βιβλίο αυτό. Είναι οι λέξεις, είναι οι τόσο αληθινές που καταντάνε γραφικές καταστάσεις, που σου φέρνουν στο μυαλό εσένα σε κάθε σελίδα, είναι οι διάλογοι, που, ξεροί και απλοί καθώς είναι σου φέρνουν έναν κόμπο στον λαιμό γιατί κι εσύ κάποτε έτσι απάντησες σε κάποιον κολλητό, σε κάποια κοπέλα, είναι η ζωή σου που παίζεται ξανά και ξανά και δυστυχώς είναι το ίδιο απλή και προβλέψιμη με το βιβλίο αυτό. Μα δεν μπορείς να μην την αγαπήσεις. Συνεχίζοντας τη συλλογή "Η γενιά μου", ναι, τολμώ να πω πως στον Ραπτόπουλο βρήκα κάτι που δεν συναντώ εύκολα και χαίρομαι πολύ που τον "συνάντησα".