Ολόκληρη ζωή φαίνεται πως περίμενε να πάρει το αίμα της πίσω η Αρετή. Ολόκληρη ζωή άκουγε καταπρόσωπο ή πίσω από την πλάτη της, "η κόρη του φονιά", "η κόρη του φονιά", υποτιμητικά, μειωτικά, λες κι εκείνο το πρωί του Μαΐου του 1914 εκείνη είχε σηκώσει το χέρι της οπλισμένο εναντίον του Θωμά. Ήθελε να τιμωρήσει όλους αυτούς που από την τρυφερή παιδική της ηλικία την αποκαλούσαν έτσι. Λες και δεν είχε άλλο όνομα, λες και ο πατέρας της ο Σήφης δεν είχε κάνει τίποτε άλλο στη ζωή του εκτός από τον φόνο. Ήθελε να τιμωρήσει τον δάσκαλο, τους χωριανούς της, τη μοίρα της την ίδια... Όσο ήταν μικρή και δεν μπορούσε να καταλάβει το βάρος που κουβαλάνε οι λέξεις, δεν την ενοχλούσε. Τώρα, όμως, δεν μπορούσε να το ανεχτεί πια. Δεν ήταν δικό της λάθος και δεν ήθελε να εξακολουθεί να το χρεώνεται. Ο πατέρας της το είχε πληρώσει με τη φυλακή, η αδερφή της η Ερωφίλη με έναν γάμο αταίριαστο, με μια ζωή στη σιωπή και μ' έναν πρόωρο θάνατο... Δεν μπορούσε πλέον να ανεχθεί πως έπρεπε το σφάλμα του πατέρα της να συνεχίσουν να το πληρώνουν και τα παιδιά του, και τα παιδιά των παιδιών του...
Οι "Ιφιγένειες" δεν είναι μία αληθινή ιστορία. Είναι πολλές αληθινές ιστορίες μαζί. Ούτε περιορίζεται, τοπικά και χρονικά, στην Κρήτη των αρχών του προηγούμενου αιώνα. Αναφέρεται σε όλες τις Ιφιγένειες ανά τους αιώνες, από την πρώτη εκείνη μυθική φιγούρα έως και τη σύγχρονη εποχή. Σε όλες εκείνες τις γυναίκες που κλήθηκαν κάποια στιγμή να σηκώσουν φορτίο δυσανάλογο με τη φύση και τη δύναμή τους και που είχαν δυο δρόμους να διαλέξουν, εκείνον του αγώνα κι εκείνον τον άλλον, της παραίτησης.
Ιφιγένειες λοιπόν. Γυναίκες που θυσιάζονται με τις λεπίδες της σιωπής και της ανοχής πάνω στον βωμό της κοινωνίας. Γυναίκες που τραβιούνται άθελά τους, αθώες και αγνές, ίσαμε έναν γάμο κι ένα σπιτικό που το ντύνουν με όλα τα καλά του κόσμου αλλά δεν μπορούν να το ντύσουν με αγάπη, γιατί αυτήν την αγάπη τη στερήθηκαν. Όχι λόγω του ότι παντρεύτηκαν από προξενιό (ο σύζυγος είναι λαχείο, μακάρι να τραβήξεις τον πρώτο λαχνό) αλλά παντρεύτηκαν για λόγους σκοπιμότητας και η υπογραφή στο συμβόλαιο δεν ήταν δική τους. Γυναίκες θαμμένες ζωντανές σε τέσσερις τοίχους κι ας έχουν τα αγαπημένα τους κεντήματα να τους στολίζουν. Γυναίκες που ζυμώνουν, πλένουν, σκάβουν, θερίζουν, κεντούν αλλά δε ζουν. Κι ό,τι ψευτοζούν απαγορεύεται ηθικώς να βγει παραέξω, γιατί «τι θα πει ο κόσμος»! Γυναίκες που αποκτούν παιδιά κι αυτά σαν καρπός σε άγονη γη πέφτουν πάνω της αλλά δεν την καρπίζουν χαρά και αγάπη, μόνο τυπικό ενδιαφέρον. Για όλες αυτές τις γυναίκες λοιπόν γράφτηκε αυτό το μυθιστόρημα.
Σε χωριό της Κρήτης τη δεκαετία του 1910 ο Σήφης σκοτώνει τον Θωμά για λόγους τιμής και φυλακίζεται. Επειδή σίγουρα θα ξεκινήσει βεντέτα για αυτό το φονικό, ο Σήφης αποφασίζει με βαριά καρδιά να παντρέψει τη μεγάλη του κόρη, Ερωφίλη, με έναν από το σόι του Θωμά. Στήνεται ολόκληρη πλεκτάνη για να μην το καταλάβει η Ερωφίλη, που παντρεύεται πιστεύοντας ότι ο Λευτέρης την αγαπά. Κι αυτή είναι η αρχή ενός ανηφορικού γολγοθά με σωματική και ψυχική κακοποίηση, γιατί ο Λευτέρης είναι ρέμπελος, άστατος και θρασύδειλος. Αυτή η οικογενειακή ιστορία έχει αντίκτυπο και στη μικρότερη αδελφή, την Αρετή, που μεγάλωσε με το προσωνύμιο «η κόρη του φονιά». Παρακολουθούμε λοιπόν με αγωνία τις ζωές αυτών των δύο γυναικών, πώς εξελίσσονται, πώς μεταμορφώνονται, τι σκέφτονται, πώς αντιδρούν.
Το κείμενο είναι εξαιρετικό, ο λόγος ρέει αβίαστα και δεν μπορούσα ν’ αφήσω το βιβλίο από τα χέρια μου. Δεξιοτεχνική σκιαγράφηση χαρακτήρων, άριστη αναπαράσταση της εποχής, των ηθών και εθίμων, της κουλτούρας της αγροτικής ορεινής κρητικής κοινωνίας, παραστατικότατοι διάλογοι, καμία περιττή λέξη. Ποιον να πρωτοξεχωρίσω; Τον ήρωα Σήφη-Αγαμέμνονα, την εύθραστη Ερωφίλη-Ιφιγένεια, τη στωική Μαρία («του φονιά»); Τους γονείς του Λευτέρη που χειρίστηκαν με τον καλύτερο τρόπο τα μαντάτα της κακοποίησης από το παιδί τους; Την ατσάλινη Αρετή, που έζησε μια διαφορετική αλλά κοινή με την αδερφή της πορεία;
Το μόνο μειονέκτημα που βρήκα είναι η «κοιλιά» που κάνει το μυθιστόρημα, που, έχοντας σχεδόν τελειώσει με την ιστορία της Ερωφίλης, ξεκινάει να ασχολείται με την ιστορία της Αρετής. Ήταν τόση και τέτοια η ένταση από την κορύφωση της υπόθεσης της Ερωφίλης, που όταν άρχισα να διαβάζω για την Αρετή ένιωσα σα να ξεφούσκωσα. Χάρη στη γραφή και μόνο κατάφερα να συνεχίσω το μυθιστόρημα, ακόμη κι αν αργότερα οι ιστορίες των δύο αδερφών πλέχτηκαν περισσότερο. Ένιωσα σα να διάβαζα δύο μυθιστορήματα σε ένα. Αν, έστω και με συνεχείς οπισθοδρομήσεις στο χρόνο, διάβαζα ταυτόχρονα για την Ερωφίλη και την Αρετή, κόβοντας τις ιστορίες τους σε κρίσιμα σημεία, το μυθιστόρημα θα είχε αγγίξει την τελειότητα τόσο από πλοκή, χαρακτήρες και δράση, όσο και από κορύφωση, συναισθήματα κλπ. Σε καμία περίπτωση όμως αυτή η παρατήρηση δεν αφαιρεί ούτε μειώνει την αξία του κειμένου.
Ένα υπέροχο μυθιστόρημα, με υπέροχο λεξιλόγιο («ρωτάρηδες» οι άνθρωποι από τους οποίους πληροφορείσαι για το ποιον του γαμπρού ή της νύφης), που εκτυλίσσεται με μια διακριτική τοιχογραφία της εποχής (το μικρασιατικό μέτωπο και ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος είναι ιστορικά γεγονότα που ταιριάζουν με την εξέλιξη της πλοκής και δε λειτουργούν εις βάρος της, αλλά ως αδιάσπαστη συνέχειά της, και πάλι χωρίς πολλές λεπτομέρειες που θα κουράσουν ή αναλήθειες που θα ξενίσουν) και φωτογραφίζει παραστατικόττα τη δύσκολη καθημερινότητα μιας γυναίακς, με τις χιλιάδες δουλειές του σπιτιού, με τον σωστό χειρισμό του συζύγου για να κάνει αυτό που θέλει, σε μια εποχή που το τρεχούμενο νερό ήταν πολυτέλεια και η πόλη του Ηρακλείου ήταν τόπος αβάδιστος για πολλούς χωρικούς. Μπράβο στον Άνεμο για αυτήν την επιλογή! Και παραφράζοντας την πρόταση του βιβλίου: «Ετούτο το έκαμες καλό, κύριε Φλουρή!»
Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
«Κι όταν το συναίσθημα παρακάμψει τη λογική, τότε δεν έχεις άλλη επιλογή παρά να αφεθείς, κι εκείνο σε πηγαίνει όπου θέλει, σαν βάρκα που λύνεται από τη δέστρα του λιμανιού και παρασέρνεται στα βαθιά από τον άνεμο, κι ύστερα τα κύματα την ξεβράζουν όπου θέλουν» (σελ. 106).
«Δεν ήθελε ο θρήνος της να φτάσει μέχρι τον δρόμο. Τηρώντας έτσι τη συμβουλή που της έδωσε η μάνα της, πως ό,τι γίνεται μέσα στο σπίτι δεν πρέπει να βγαίνει στον δρόμο, γιατί μετά «πού θα βρεις βουλώματα να φράξεις χίλια στόματα!» (σελ. 119).