Οι νεοναζί τον απειλούν, κινδυνεύει να βρεθεί μαχαιρωμένος εξαιτίας των αντιρατσιστικών του άρθρων, αλλά ο Δημόπουλος παραμένει αισιόδοξος. Σπεύδει για βοήθεια στον κάπως ιδιόρρυθμο αστυνόμο Τζόκα, θρύλο στην Υποδιεύθυνση Ανθρωποκτονιών, κι εκείνος του ζητάει να κάνουν μια συμφωνία. Θα του σταθεί με τους νεοναζί, αρκεί ο Δημόπουλος να συνδράμει στην έρευνα του Τζόκα για τη δολοφονία ενός διεφθαρμένου πρώην υπουργού, μια έρευνα που ο αστυνόμος διεξάγει στα κρυφά. Στην Αντιτρομοκρατική, αρμόδια για το θέμα, δεν έχει εμπιστοσύνη.
Από το «γκέτο» στο Κολωνάκι, κι απ’ τα Εξάρχεια στα στέκια των αστυνομικών· βουτιές στην Ιστορία, στον Κόκκινο Στρατό, στο ναζισμό, στην αναβίωσή του. Η αναζήτηση θα οδηγήσει τον Δημόπουλο σε μια μοιραία γυναίκα που συχνάζει σε υπουργικά γραφεία. Θα ανακαλύψει κι όσα του έκρυβε η Σοφία που τον άφησε πατέρα μόνο, με κόρη, στο χάος της Αθήνας. Σε μια πληγωμένη απ’ την κρίση μητρόπολη, στο μεταίχμιο Δύσης και Ανατολής.
Ο Δημόπουλος θα κινδυνέψει επανειλημμένα, αλλά θα συνεχίσει πεισματικά να είναι αισιόδοξος. Και η συμμορία των λοξών, η συμμορία των αισιόδοξων, που θα σχηματιστεί, θα επιχειρήσει να λύσει το μυστήριο της δολοφονίας του υπουργού, αντιστεκόμενη στο ακροδεξιό παραλήρημα που γέννησε η κρίση.
Ένα κοινωνικοπολιτικό αστυνομικό μυθιστόρημα, γραμμένο με χιούμορ και με επιρροές από τον Μάρκαρη, τον Ιζζό και τον Τάιμπο ΙΙ.
Ο Βαγγέλης Μπέκας είναι συγγραφέας και σεναριογράφος. Έχουν εκδοθεί πέντε μυθιστορήματά του και είναι μέλος της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας. Επίσης, έχει σκηνοθετήσει βιντεοποιήματα, μικρού μήκους και ντοκιμαντέρ, ενώ έχει βραβευτεί από την Ένωση Σεναριογράφων Ελλάδας για τα μεγάλου μήκους σενάριά του Το 13o υπόγειο και H χύτρα.
Το προσόν του βιβλίου είναι η αισιοδοξία που αποπνέει και αυτό μου άρεσε περισσότερο. Ο ήρωας - αφηγητής είναι παιδί του κέντρου της Αθήνας και τον βλέπουμε να περιπλανιέται σε γειτονιές γνωστές σε όλους μας, τουλάχιστον όσους ζούμε στην πόλη αυτή. Ψάχνει, αναρωτιέται, συμπονά και αντιστέκεται με τον τρόπο του. Κάποιες φορές φοβάται αλλά ντρέπεται για τους φόβους του, ντρέπεται γιατί δεν είναι τολμηρός, γιατί δεν υπερασπίζεται αυτούς που θέλει. Ο ήρωας παρασύρει τον αναγνώστη πέρα από το φόνο, κάνοντας τον να ενδιαφέρεται περισσότερο για τους ανθρώπους που συνθέτουν το σκηνικό, παρά για την πολιτική ίντριγκα που υπονοείται. Η κόντρα σε όλα αισιοδοξία λειτουργεί σαν τονωτική ένεση για τον αναγνώστη. Κλείνοντας το βιβλίο, χωρίς να θυμάσαι καλά καλά την ακριβή λύση του φόνου, βλέπεις τα πράγματα σε όλους τους τομείς των ενδιαφερόντων σου καλύτερα. Όλα θα πάνε καλύτερα ... Αυτό κατάφερε ο συγγραφέας. Να μεταγγίσει αισιοδοξία.
Το μυθιστόρημα αποπνέει κάτι φρέσκο (ειδικά αυτό θα ίσχυε όταν εκδόθηκε αλλά ακόμη και τώρα), γιατί βάζει στον καμβά του κοινωνικοπολιτικά φαινόμενα που προέκυψαν από την οικονομική κρίση: την ανάδειξη ακροδεξιών οργανώσεων, την στοχοποίηση των μεταναστών και των προσφύγων, την αμνησία και την άγνοια των Ελλήνων ως προς την δική τους ιστορία, την μόνιμη απειλή της ανεργίας, το ξέσπασμα πολιτικών σκανδάλων κλπ. Γι' αυτόν τον λόγο, μου άρεσε και παρακολουθούσα με ενδιαφέρον το νήμα της ιστορίας αλλά και της προσωπικής ζωής του πρωταγωνιστή μέχρι που ξαφνικά, εντελώς από το πουθενά, άρχισαν να παρεμβάλονται μεγάλα κομμάτια αισχρολογίας. Δεν ξέρω τι υποτίθεται ότι προσέφεραν στο βιβλίο - κατά τη γνώμη μου, μόνο κατακρήμνισαν το επίπεδό του.
Όσο προχωρούσε η ιστορία προς τη λύση του μυστηρίου, μέσα από λεπτομέρειες της καθημερινότητας της Αθήνας, τόσο με κέρδιζε το βιβλίο. Το μήνυμα της αισιοδοξίας οδηγεί τον αναγνώστη καθ' όλη τη διάρκεια της ιστορίας μέχρι το τέλος της!