Τον Χατζηγιαννίδη δεν τον ήξερα πριν διαβάσω τούτο εδώ, το τελευταίο βιβλίο του. Δεν ήξερα τι να περιμένω. Το μόνο πράμα που με προδιέθετε ήταν αυτή η καλαίσθητα επιμελημένη έκδοση του Ροδακιού, που κι αυτό πρώτη φορά το άκουγα.
Είναι ένα βιβλίο που με άφησε αμήχανο. Διαβάζοντας δεν ήξερα πώς να το αντιμετωπίσω, που να το εντάξω. Την ανάγνωση δεν την απολάμβανα. Τουλάχιστον καθ’ ολοκληρία. Κάπου έβλεπα κάτι να λάμπει, έλεγα να το. Μα ό,τι και αν έπιαναν οι αναγνωστικές μου κεραίες, γρήγορα χανόταν.
Τι έφταιξε;
Κατά αρχάς η γλώσσα του με δίχασε. Πλούσια σε λέξεις, με ροή δομημένη. Την ίδια στιγμή χωρίς ίχνος γοητείας, μιας εκφραστικής καλλιέπειας. Κυλάει ευχάριστα, δίχως απρόοπτα, έχοντας κάτι από την αφέλεια κειμένων του Γυμνασίου. Ίσως να είναι ηθελημένη, οπότε ο αναγνώστης ανακουφίζεται πως διαβάζει κάτι θρεπτικό. Άλλοτε έπιανα τον εαυτό μου να απορεί για τις εκφραστικές επιλογές του συγγραφέα, οι οποίες έδιναν έναν διδακτικό τόνο στο κείμενο. Την επόμενη στιγμή ανατρεπόταν από μια απρόβλεπτη καυστικότητα, κάτι που εγώ δεν προλάβαινα να επεξεργαστώ, απορώντας για το πηγαίο και έξυπνο χιούμορ του συγγραφέα. Ή, μήπως, ήταν τυχαίο;
Να, κάτι τέτοια αποσυντόνιζαν την ανάγνωσή μου, κάνοντας τον ειρμό μου να χάνεται, καθώς στοχαζόμουν ως προς το ποιόν του αναγνώσματος.
Οι δε χαρακτήρες στην πλειοψηφία είναι αντιπαθείς. Σχεδόν αχώνευτοι. Μέσα στην τραγικότητά τους κινούνται δίχως ιδιαίτερη χάρη, μέσα στις σκιές μια βαρύθυμης ζωής. Ναι, πράγματι, δεν υπάρχει κάποιο πρόσωπο να συνδεθείς, να συμπαθήσεις. Το Βουνό, ο μόνος άνθρωπος στο πλάι του Αυγουστίνου, του πρωταγωνιστή, είναι κάπως άοσμος, η στάση του στην ζωή και η φιλοσοφία του είναι πράματα κάπως ασύνδετα με το σωματικό του εκτόπισμα και την άχαρη κίνησή του. Εκείνη η τραγική, μόνο, δύσμορφη συμβία του Αυγουστίνου με έκανε να νιώσω το δράμα της. Γενικά, όμως, έμεινα μουδιασμένος, από αυτή την σκιαγράφηση των ηρώων. Μου θύμισε Ρώσικα μυθιστορήματα –Ντοστογιέφσκι, Τολστόι- , όπου οι ήρωες έχουν κάτι το ζωώδες. Άλλοι εξαγριωμένοι από την ατυχία τους, άλλοι μουδιασμένοι από την άχρωμη ζωή τους – κινούνται άχαρα και απρόβλεπτα. Ο Αυγουστίνος απότοκο μιας ανεπιθύμητης γέννας, μάλλον άσχημος, όχι χαρισματικός, μα επίμονος, προσπαθεί να διαπρέψει στο θέατρο και κάνει πράματα θλιβερά. Δεν έχει φίλους, συμπεριφέρεται με έπαρση, είναι επίμονος. Τον βλέπει ο αναγνώστης να περιδινείται ποιος ξέρει από τι δαίμονες, σε μια μάταιη αναζήτηση και εκείνος για μια ευτυχία ή ηρεμία.
Το διάβασα εύκολα το βιβλίο. Μα δεν μου άφησε πολλά. Είχε κάτι παράδοξα λαϊκό, ακόμα και στις εκλεπτυσμένες θεατρικές σκηνές. Όχι απαραίτητα κακό, αλλά αποπροσανατολιστικό. Ή, εγώ δεν κατάλαβα κάτι αποσυντονισμένος από τους ωμούς χαρακτήρες του Χατζιγιαννίδη και τα πάθη τους που με άφηναν αδιάφορο. Από την άλλη, έτσι επαμφοτερίζων, λέω πως θα βρει αναγνώστες να το χαρούν. Πιθανώς για όλα αυτά που είπα παρά πάνω.