Τέσσερις ιστορίες απροσάρμοστων εφήβων της δεκαετίας του '50. Ο Αναστάσης παίζει "Μηχανάκια" για να ξεφύγει τον κλοιό της οικογένειας, της γειτονιάς και της ασυνεννοησίας των φίλων· ο Χαράλαμπος στο "Λουτρό" γίνεται υποχείριο μιας αδηφάγας μητρικής στοργής· το γυμνασιόπαιδο, ο Κίτσος, ανθίζει και μαραίνεται μέσα στο τέλμα της "Επαρχίας Λοκρίδος"· τέλος, ο Δημητρούλης, ασουλούπωτος φαντάρος στη "Δόξα του Σκαπανέα", και αιώνιο θύμα της στρατοκαρτίας. Με το βιβλίο αυτό ο Μένης Κουμανταρέας έκανε το 1962 την πρώτη του εμφάνιση στην ελληνική πεζογραφία.
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1931 και σπάνια την εγκαταλείπει. Δεν ακολούθησε ανώτερες σπουδές. Δοκίμασε να σπουδάσει θέατρο και πέρασε εξίσου άδοξα, από την δημοσιογραφία. Εργάστηκε επί σειρά ετών σε γραφεία, δουλειές άσχετες, που του επέτρεψαν να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Στην διάρκεια της δικτατορίας δικάστηκε από τη Χούντα για το βιβλίο του "Το αρμένισμα"· την ίδια περίοδο έγραψε με άλλους 17 συγγραφείς σ' ένα συλλογικό τόμο με τίτλο "18 κείμενα". Το πρώτο του βιβλίο "Τα μηχανάκια" κυκλοφόρησε το 1962. Θέμα του οι καταπιεσμένοι έφηβοι της εποχής· καταπιεσμένοι και περιθωριακοί είναι σχεδόν όλοι οι ήρωες των βιβλίων του με μόνιμο σκηνικό την Αθήνα. Το 1972 πήρε την υποτροφία RAAD για την πόλη του Βερολίνου. Τιμήθηκε με το πρώτο-μεταχουντικό - Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος το 1975 για το βιβλίο του "Βιοτεχνία υαλικών". Από το 1982 ασχολείται αποκλειστικά με το γράψιμο. Διετέλεσε στη δεκαετία του '80 μέλος του Δ.Σ. της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Ταινίες για τη τηλεόραση και τον κινηματογράφο έγιναν τα βιβλία του: "Κυρία Κούλα", "Τα καημένα", και η "Φανέλα με το 9". Παράλληλα με τα δικά του βιβλία έχει μεταφράσει στα ελληνικά αρκετά λογοτεχνικά έργα, κυρίως αμερικανικής πεζογραφίας. Έργα του έχουν μεταφραστεί σε πέντε γλώσσες.
Στα τέσσερα διηγήματα της συλλογής Τα μηχανάκια που κυκλοφόρησε το έτος 1962, ο τότε πρωτοεμφανιζόμενος στα ελληνικά γράμματα Μένης Κουμανταρέας διηγείται ισάριθμες ιστορίες οριακών συμπεριφορών τεσσάρων δυσπροσάρμοστων (αρρένων) εφήβων στη δεκαετία του ’50. Σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους, ο Αναστάσης, ο Χαράλαμπος, ο Κίτσος κι ο Δημητρούλης βιώνουν με ένταση τις εσωτερικές τους συγκρούσεις κι αδυνατούν να κατανοήσουν τον κοινωνικό τους περίγυρο. Η οικογένεια, το σχολείο, η επαρχία και ο στρατός είναι συνθήκες που επιβλήθηκαν στους νεαρούς ήρωες του βιβλίου, πράγμα που δυσχεραίνει την προσπάθειά τους να βρουν την περπατησιά τους στον κόσμο. Συναφώς, ενεργούν σπασμωδικά, συνήθως βίαια, μοιρολατρικά υπομένοντας τις συνέπειες των πράξεών τους.
Παρά την απροσδόκητα έντονη λυρική διάθεση στα δύο πρώτα διηγήματα του βιβλίου (‘Τα Μηχανάκια’ και ‘Το Λουτρό’), η δεξιότητα του συγγραφέα να ανατέμνει όσο κανείς τον ψυχισμό των ηρώων του είναι κι εδώ έκδηλη. Συνολικά, τρία αστεράκια και μισό, με σαφή προτίμηση στο τρίτο κατά σειρά (και εκτενέστερο) διήγημα του βιβλίου με τίτλο ‘Στην επαρχία Λοκρίδος΄.
Το πρώτο βιβλίο του Μένη με άφησε άφωνο να κοιτάω έξω από το παράθυρο σαν χαζεμένος. Συνεπαρμένος μάλλον είναι η κατάλληλη λέξη. Φοβερά δυναμικό ξεκίνημα το '62, με μια συλλογή από 4 διηγήματα (το ένα αρκετά εκτενές, νουβέλα ουσιαστικά) που καθόρισαν σχεδόν όλα τα στοιχεία του μετέπειτα λογοτεχνικού του σύμπαντος.
Το βιβλίο καταπιάνεται με τους νέους του 50 και 60. Με 4 νέους που με τα σημερινά δεδομένα φαντάζουν περιθωριακοί, όμως με δεδομένα τα προβλήματα της τότε εποχής και τη δυσκολία της ελεύθερης έκφρασης και των σχέσεων, είναι απλώς νέοι ευαίσθητοι. Στο πρώτο διήγημα ο Αναστάσης προσπαθεί να βρεί και να διαμορφώσει τον εαυτό του. Στο δεύτερο ο Χαράλαμπος να ανεξαρτητοποιηθεί από μια μάνα υπερπροστατευτική. Στο τρίτο ο Κίτσος να ελευθερωθεί από τα όρια που του επιβάλει το στενό και συντηρητικό περιβάλλον της επαρχίας, και στο τέταρτο ο Δημητρούλης αντιμετωπίζει την καταπίεση του στρατού.
Ο Μένης γράφει με μια πένα ευαίσθητη, και με πολλή αγάπη για τους νέους της γενιάς του. Παράλληλα επιδεικνύει τη φοβερή του δύναμη και το ταλέντο στην τέχνη της παρομοίωσης και της μεταφοράς, ειδικά στα δύο πρώτα, σε βαθμό πραγματικά εντυπωσιακό. Τόσο η ποιότητα της γραφής και ο μοναδικός λυρισμός που αποπνέει όσο και η οικουμενικότητα του θέματος με έκανε να σκεφτώ ότι θα μπορούσε ή θα έπρεπε να διδάσκεται στο σχολείο. Ψάχνοντας μετά στο ίντερνετ ανακάλυψα με χαρά ότι ένα κομμάτι του βρίσκεται ήδη στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας των μαθητών! Θα ήθελα να συνέβαινε ακόμη περισσότερο όμως, τόσο με τον Μένη όσο και μέ άλλους σπουδαίους μεταπολεμικούς μας λογοτέχνες.
Είναι δύσκολο να διαβάσει κανείς Κουμανταρέα χωρίς να σκέφτεται το πότε και το πώς έζησε, το πώς πέθανε. Στα τέσσερα διηγήματα του βιβλίου οι κεντρικοί ήρωες είναι νεαροί άνδρες. Οι γυναίκες είναι είτε καλοκουρδισμένες μάνες που πράττουν το καθήκον τους, είτε νεαρές που ενδιαφέρονται κυρίως για τον έρωτα. Σε κάθε περίπτωση το θηλυκό εμφανίζεται ως το ον που με τις ενέργειές του αναμοχλεύει τα ανδρικά πάθη και τις αντιδράσεις. Σκέφτεστε αυτό που σκέφτομαι; Τα μέρη που στήνει τους ήρωές του εδώ ο Κουμανταρέας είναι συνήθη αγαπημένα του: το καφενείο, ο στρατός, το λεωφορείο, το σχολείο, το πατρικό σπίτι και φυσικά ο δρόμος, αλλά όχι η Αθήνα. Τα διηγήματα της συλλογής είναι τοποθετημένα στην επαρχία και αποτυπώνουν στερεότυπα της εποχής και ανθρώπινους τύπους με κινηματογραφική ευκρίνεια. Και όπως πάντα πόνο, ψυχικό και σωματικό, ο οποίος φτάνει ως τον αναγνώστη περήφανα υπάρχων και δηλώνοντας το ανέφικτο, αλλά δίχως ίχνος λύπησης. Δεν μπορείς να νιώσεις οίκτο για τη ματαίωση των στόχων των ηρώων του, γιατί ο τρόπος με τον οποίο η ματαίωση έρχεται κυρίως σοκάρει, δεν στενοχωρεί. Έτσι όπως σόκαρε ο τρόπος που ο Κ. έφυγε. Κανένας οίκτος. «Θα’ λεγες ένα γλίστρημα σκιάς, καταπώς αλλάζει θέση ο ήλιος».
Υ.Γ.: Το τελευταίο διήγημα «Η δόξα του Σκαπανέα», το οποίο στην αρχική έκδοση δεν είχε ενταχθεί στη συγκεκριμένη συλλογή, πέρα από το ότι είναι μια πολύ δυνατή γροθιά στο -τότε- κατεστημένο του στρατού, αναπτύσσεται με μια πρωτότυπη δομή: προβολή πειραματικής κινηματογραφικής ταινίας για τους νεοσύλλεκτους με θέμα τον στρατό, την οποία παρακολουθεί και κάθε τόσο διακόπτει με παρατηρήσεις ο Αξιωματικός πριν την εγκρίνει. Το τέλος ήταν εμπνευσμένο! Γραμμένο εν έτει 1962.
Απλά απίστευτο! Δεν περίμενα να το λατρέψω τόσο, αφού έφτασε στα χέρια μου τυχαία, αλλά κατέληξε να γίνει ένα από τα αγαπημένα μου ελληνικά βιβλία. Απλά λάτρεψα το γράψιμο του Κουμανταρέα με τις ρεαλιστικές περιγραφές και την αφήγηση που μετέφερε με τον πιο κατάλληλο τρόπο την αγωνία και την απελπισία των χαρακτήρων. Οι ιστορίες παρουσιάζουν ρεαλιστικούς χαρακτήρες με εντελώς ρεαλιστικούς προβληματισμούς. Περνάνε κρίσεις ταυτότητας, νιώθουν ότι αυτά που θεωρούσαν ουσιώδη στη ζωή τους μέχρι εκείνη την στιγμή δεν τους ταιριάζουν και δεν τους χαρακτηρίζουν πια. Νιώθουν ότι χάνουν τον εαυτό τους και ψάχνουν γύρω τους κάτι που να βγάζει νόημα μέσα σε μία κοινωνία που φαίνεται να μην καταλαβαίνει τι έχει σημασία. Είναι σκέψεις που κάνουμε όλοι στο βάθος του μυαλού, σκέψεις ψυχολογικά τρομακτικές που μας βασανίζουν. Και ο Κουμανταρέας τα περιγράφει με τον πιο καθηλωτικό τρόπο. Οι αγαπημένες μου ιστορίες ήταν τα "Μηχανάκια" και το ''Λουτρό", αν και όλες ήταν απίστευτες!