«Αφήνω την πατρίδα μου, γιατί με αφήνει και αυτή». Αυτά μοιάζει να σκέφτεται ο Αζάρ από το Αφγανιστάν καθώς αντικρίζει –παράνομος μετανάστης- το μικρό ελληνικό νησί. Μαζί του η γυναίκα του και ο εξάχρονος γιος τους Μπααμπούρ. «Δουλειά!» ζητάει ο Αζάρ από τον ντόπιο ψαρά Βαγγέλη. Μα οι άνθρωποι είναι άλλοι συμπονετικοί και άλλοι καχύποπτοι, σκληροί ίσως χωρίς να το θέλουν. Αν όμως η καρδιά των μεγάλων είναι πέτρινη, τα παιδιά μιλούν τη δική τους γλώσσα. Έτσι, ο Δημήτρης, ο γιος του ψαρά, καταστρώνει ένα σχέδιο. Μια χριστουγεννιάτικη έκπληξη για τον μικρό Μπααμπούρ και την οικογένειά του. Γιατί οι άνθρωποι έχουν πλαστεί για να βοηθούν και να αγαπούν ο ένας τον άλλον!
Η επιμονή ενός μικρού παιδιού να κατανοήσει την ανομοιότητα του όμοιου και ενός μεγάλου ανθρώπου να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του, το εύρος ή όχι του πνεύματος αλλά και της καρδιάς είναι οι μοχλοί που κινούν αυτή την τόσο τρυφερή και γεμάτη ουσία ιστορία του Χάρη Β. Μικελόπουλου. Γιατί είναι τόσο δυνατές οι εικόνες που δημιουργεί με τις λέξεις αλλά και τα δικά του σκίτσα που τις συνοδεύουν, ώστε ο αναγνώστης να μη θέλει να σηκώσει τα μάτια από το κείμενο, μήπως το βλέμμα χάσει έστω και μια αράδα. Μήπως η προσοχή διασπαστεί προτού εκείνος ολοκληρώσει την αφήγηση της ιστορίας ενός ανθρώπου που θα μπορούσε αυτή τη στιγμή να μένει κάπου δίπλα μας, σε ένα παγκάκι, ένα υπόστεγο, μια ανήλιαγη παράγκα. Για να δει με τα μάτια ενός παιδιού, δηλαδή με όλη την αγνότητα και τη σοβαρότητα που απαιτείται ότι όλοι μας είμαστε ίδιοι και φτιαχτήκαμε για να αγαπάμε και να βοηθάμε ο ένας τον άλλον. Πόσο απλό είναι! Πόσοι από εμάς τολμούν τελικά να το πράξουν;