Το βιβλίο διατίθεται δωρεάν στο διαδίκτυο από τον συγγραφέα του, οπότε είπα να το διαβάσω.
Η ιστορία, αν έμενε στο πρώτο μισό της, δηλαδή στην εγκατάλειψη του μικρότερου παιδιού στην Ελλάδα και την μετανάστευση της υπόλοιπης οικογένειας για οικονομικούς λόγους στην Αγγλία, θα μπορούσε να γίνει αξιοπρεπής, αν ο συγγραφέας είχε το απαραίτητο ταλέντο σύνθεσης και αν είχε μεριμνήσει ώστε να τοποθετήσει αυτή την οικογενειακή ιστορία στη σωστή περίοδο ιστορικά, τα πρώτα χρόνια μετά τον δεύτερο παγκόσμιο δηλαδή, όταν η οικονομία στην Ελλάδα, οδηγούσε πολλές φτωχές οικογένειες να παραχωρήσουν ως ψυχοπαίδια τα παιδιά τους σε ευκατάστατους προστάτες. Ωστόσο δεν το κάνει, η ιστορία ειναι συγκαιρινή, ενώ ακόμα και εκτός του χρονικού στοιχείου, ο συγγραφέας δεν κάνει τον κόπο να δώσει απολύτως κανένα κίνητρο στον πατέρα για να εγκαταλείψει το παιδί του, αφού όπως αναφέρει πολλάκις, δεν είχε οικονομικό πρόβλημα. Αυτή η αδυναμία αληθοφανών κινήτρων των ηρώων, αφήνει ένα τραγελαφικό αίσθημα στον αναγνώστη και μία γεύση ερασιτεχνισμού που καταστρέφει την οποιαδήποτε ελπίδα είχε να βυθιστεί στην πλοκή της αφήγησης.
To γράψιμο είναι γεμάτο κλισέ, η ιστορία αφελής, υπερδραματοποιημένη, ενώ δεν λείπουν τα διάσπαρτα γραμματικά και συντακτικά λάθη. Το μόνο θετικό είναι ότι διαβάζεται πολύ εύκολα (το τελείωσα σε μία ημέρα), ίσως εξαιτίας της απλουστευτικής γραφής και της θεματολογίας του.
Οι χαρακτήρες του βιβλίου είναι θολοί, δεν σου αφήνουν καμία εικόνα για το ποιοι είναι, ακόμα και όταν παίζουν καταλυτικό ρόλο στην ιστορία (για παράδειγμα ο σκιώδης Μιχάλης και η Έλλη). Ο ίδιος ο κεντρικός ήρωας είναι μόνο μία φωνή, χωρίς κανένα ρεαλιστικό βάθος.
Ο κορμός της ιστορίας (ορφανό παιδί που μεγαλώνει με τους θείους του) θα μπορούσε να είναι έξοχο σενάριο για κακή ελληνική ταινία του 1960, αλλά στο τέλος, ο συγγραφέας παραφορτώνει τόσο πολύ την πλοκή του με "συμπτώσεις από τη μοίρα σταλμένες", που ακόμα και ως σενάριο ταινίας του Ξανθόπουλου, το αποτέλεσμα θα πρόδιδε τον εαυτό του.
Πρόκειται για ένα κακό βιβλίο, με ελάχιστες -ίσως μόνο μία ή δυο- καλές φραστικά στιγμές. Το υπόλοιπο σύνολο είναι γεμάτο λεκτικά κλισέ, γράψιμο αδιάφορο και αφήγηση επιφανειακή. Όσα δραματικά γεγονότα αναφέρονται δεν καταφέρνουν να δημιουργήσουν κανένα συναίσθημα στον αναγνώστη, γιατί ο συγγραφέας δεν τα αναπτύσσει στο ελάχιστο, αρκείται απλώς στο να τα πετάει μέσα στην πλοκή λες και αυτό είναι αρκετό για να μεταδώσει την εικόνα και το συναίσθημα στον δέκτη του κειμένου.