Τα καημένα: Δυο έφηβοι, δυο φτωχοαλήτες, καίγονται κάτω από ανεξιχνίαστες συνθήκες μέσα σε μια αραγμένη ψαρόβαρκα στο Λαύριο, τη νύχτα της Μεγάλης Τετάρτης προς Μεγάλη Πέμπτη του 1966. Ένας δημοσιογράφος, ή συγγραφέας έρχεται επί τόπου, ερευνώντας βήμα προς βήμα τα περιστατικά και προσπαθεί να βγάλει ένα συμπέρασμα για τους ανθρώπους, την πόλη, τα ίδια τα παιδιά.
Αγία Κυριακή στο βράχο: Ένα τσούρμο παλιοί ναυτικοί, ο Μάνθος κι η παρέα του, κουτσοπίνοντας ένα βράδυ σ' ένα καπηλειό, διηγούνται μια παράξενη ιστορία: το πώς, κάποτε, ένα τσούρμο θεατρίνοι πήγαν σ' έναν τόπο, που μπορεί να 'ταν η Λήμνος, η Χαλκιδική ή η άγρια Μάνη, να δώσουν μια παράσταση για τους νοικοκυραίους· το πώς αντίς για την παράσταση, έδωσαν μια άγρια κι αιματόβρεχτη γιορτή.
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1931 και σπάνια την εγκαταλείπει. Δεν ακολούθησε ανώτερες σπουδές. Δοκίμασε να σπουδάσει θέατρο και πέρασε εξίσου άδοξα, από την δημοσιογραφία. Εργάστηκε επί σειρά ετών σε γραφεία, δουλειές άσχετες, που του επέτρεψαν να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Στην διάρκεια της δικτατορίας δικάστηκε από τη Χούντα για το βιβλίο του "Το αρμένισμα"· την ίδια περίοδο έγραψε με άλλους 17 συγγραφείς σ' ένα συλλογικό τόμο με τίτλο "18 κείμενα". Το πρώτο του βιβλίο "Τα μηχανάκια" κυκλοφόρησε το 1962. Θέμα του οι καταπιεσμένοι έφηβοι της εποχής· καταπιεσμένοι και περιθωριακοί είναι σχεδόν όλοι οι ήρωες των βιβλίων του με μόνιμο σκηνικό την Αθήνα. Το 1972 πήρε την υποτροφία RAAD για την πόλη του Βερολίνου. Τιμήθηκε με το πρώτο-μεταχουντικό - Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος το 1975 για το βιβλίο του "Βιοτεχνία υαλικών". Από το 1982 ασχολείται αποκλειστικά με το γράψιμο. Διετέλεσε στη δεκαετία του '80 μέλος του Δ.Σ. της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Ταινίες για τη τηλεόραση και τον κινηματογράφο έγιναν τα βιβλία του: "Κυρία Κούλα", "Τα καημένα", και η "Φανέλα με το 9". Παράλληλα με τα δικά του βιβλία έχει μεταφράσει στα ελληνικά αρκετά λογοτεχνικά έργα, κυρίως αμερικανικής πεζογραφίας. Έργα του έχουν μεταφραστεί σε πέντε γλώσσες.
Μεταξύ 2-3 .. Δεν είναι ότι έχασα το χρόνο μου γιατί ο Κουμανταρέας έχει έναν ωραιο τροπο αφήγησης και μια αμεσοτητα που έχει ενδιαφέρον και η ιστορία είναι απλή και άμεση. απλά νομίζω ότι κάποια αλλά έργα του είναι καλύτερα οχι ότι έχω διαβάσει κάτι δικό του που βρήκα αριστούργημα απλά αλλά διαβάζονται με μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Νομίζω ότι οι μικρότερες και περισσότερες ιστορίες του μου άρεσαν πιο πολύ αυτο ήταν κάτι μεταξύ μικρών ιστοριών και μυθιστορήματος και κάπου το βρήκα άνισο και πρόχειρο .
Έχετε ξαναδιαβάσει Κουμανταρέα; Ωραία, ότι ξέρατε μέχρι τώρα ξεχάστε το. Αυτό το βιβλίο αποτελείται από δύο διηγήματα με διαφορετικό θέμα αλλά παρόμοιο ύφος, εντελώς διαφορετικό απ' ότι μας έχει συνηθίσει ο Κουμανταρέας. Το πρώτο διήγημα έχει θέμα τον θάνατο δύο νεαρών οι οποίοι κάηκαν μέσα σε μια βάρκα την Μεγάλη Τετάρτη του 1966. Ένας δημοσιογράφος προσπαθεί να εξιχνυάσει τα αίτια του ατυχήματος, μέσα από τα λεγόμενα των ανθρώπων που γνώριζαν τα θύματα. Δυστυχώς λόγω ελλειπούς στίξης (δεν υπήρχε σήμανση για το πότε τελείωνε ο λόγος του ενός αφηγητή και πότε ξεκινούσε ο λόγος του επόμενου) έπρεπε να διαβάσω σχέδον όλο το διήγημα μέχρι να καταλάβω ότι οι αφηγητές ήταν πάνω από ένας! (ήτανε και τρεις το πρωί όταν το διάβαζα και δεν στρόφαρα κανονικά.) Το δεύτερο διήγημα ήταν αυτό που πραγματικά με έστειλε με την ανατριχιαστική φαντασία και το πρωτότυπο ύφος του. Ένα μυστηριώδες καράβι με ένα εξίσου μυστηριώδες πλήρωμα καταφτάνει σ' ένα παραθαλάσσιο χωριό, με εφιαλτικές για τους κατοίκους του συνέπειες. Κρίμα που ήταν μόνο 90 σελίδες, θα προτιμούσα να το είχα διαβάσει ως μυθιστόρημα.