Στις αρχές του 21ου αιώνα, σ’ ένα δανεικό διαμέρισμα στη Βαρκελώνη, ο Άλκης γράφει την πρώιμη αυτοβιογραφία του, με αφετηρία μια καθοριστική - για την τροπή της ζωής του - ημερομηνία στα μέσα της δεκαετίας του ’70. Στο απομονωμένο εξοχικό της παιδικής του ηλικίας, πλησίον του εξωφρενικού Αλατόβραχου που συμβολίζει αρχικά το καλό κι αργότερα το κακό, οι ναρκισσιστικές τάσεις των ηρώων απελευθερώνονται, επιτρέποντας στους γονείς να συμπεριφέρονται ως παιδιά, και στα παιδιά ως γονείς. Καθώς τα επόμενα 25 χρόνια και οι δύο γενιές προσπαθούν μάταια να αναλάβουν τις ευθύνες τους, το μόνο που καταφέρνουν είναι να αλληλοφροντίζονται και ν’ αλληλοοικτίρονται εναλλάξ. Στην αφήγηση του Άλκη η δράση μεταφέρεται απ’ το Παρίσι στα τέλη της δεκαετίας του ’60, στην Αθήνα με θέα τη μισητή Ακρόπολη στις αρχές του ’80, μέχρι που στη δεκαετία του ’90 τα ίχνη μπερδεύονται ανεπανόρθωτα σε πόλεις με ονόματα-κωδικούς, ορεινούς καταυλισμούς και λιβάδια με παπαρούνες. Η αυτοβιογραφία ωστόσο του Άλκη χαρακτηρίζεται ως ακραία φαντασιόπληκτο μελόδραμα από τη φίλη του, Ρόη, που αποφασίζει, εξαιτίας αυτού, να την πλαισιώσει με έναν αντίλογο. Από το οχυρό της στη βόρεια Ευρώπη, η Ρόη δηλώνει αποφασισμένη να συνεχίσει τον αγώνα κατά της αναξιοπρέπειας της καθημερινής ζωής, και παρέχει τις απολύτως απαραίτητες διευκρινήσεις για τα όσα της καταλογίζονται - και για τα όσα έχουν πάει στραβά, γενικά. Όταν αποφασίζει να ξεφορτωθεί και τα δύο βασανιστικά κείμενα, εγκαταλείποντάς τα μ’ ένα επεξηγηματικό γράμμα σ’ ένα παραθαλάσσιο θέρετρο, η ιστορία αρχίζει, όπως συνήθως, από το τέλος.
«Συνήθως, αργά ή γρήγορα, όλοι περιμένουν κάτι [...] Η αναμονή κάνει τη δραματική της εμφάνιση ως εσχάτη λύση αλλά και μητέρα όλων των πιθανοτήτων.» Η αναμονή, στη συγκεκριμένη αριστοτεχνικά διατυπωμένη αφήγηση, δικαιώνει.
Μου αρεσε η Ανταρκτική, μου καλάρεσε η Αντιθάλασσα, άργησα να ανακαλύψω την Άντζελα Δημητρακάκη, πολύ χαίρομαι που υπάρχει υλικό για να συνεχίσω.
Ενδιαφέρουσα φόρμα, πολύ πειραματικό, έβαλα 4 και όχι 5 αστέρια διότι η πλοκή μου φάνηκε λίγο τραβηγμένη. Βέβαια, δε θα ήταν Δημητρακάκη αν δεν υπήρχε κάτι το σουρρεάλ, στοιχείο που τη διακρίνει και για το οποίο την αγαπώ. Αυτή τη φορά όμως η αφήγηση δεν ταίριαξε με τη δική μου ιδιοσυγκρασία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δε θα το σύστηνα σε κάποιον άλλον ή ότι είναι ένα κακό βιβλίο.