«Από το παράθυρο κοιτούσα τη Μεγάλη Πέμπτη που σε τίποτα δεν έμοιαζε πια μεγάλη. Μήπως η Θεσσαλονίκη έμοιαζε με τη Θεσσαλονίκη; Όλα είχαν αλλάξει από τότε που ήμουν παιδί. Υπήρχαν μάλιστα άνθρωποι που ισχυρίζονταν πως ακόμα κι εγώ είχα αλλάξει. Κατάλαβα πως χτυπούσε το τηλέφωνο και βάδιζα προς τα κει. Ακόμα και τα τηλέφωνα έχουν αλλάξει. Κάποτε κουδούνιζαν σαν πυροσβεστικές αντλίες κι έτρεχες να τ’ αρπάξεις σήμερα γουργουρίζουν σαν χορτάτα περιστέρια.»
Έτσι άρχισε το τρελό οδοιπορικό πάνω σένα ανοιχτό Ντεσεβό με προορισμό κάποιο χωρίο της Μεσσηνίας. Όμως το Πάσχα στο χωριό αναδεικνύεται τελικά κάθε άλλο παρά αθώο και ειδυλλιακό, όπως το ονειρευόταν από τα παιδικά του χρόνια ο συγγραφέας. Δεν υπάρχει ούτε επιτάφιος ούτε αναστάσιμη καμπάνα. Δεν υπάρχουν φιλιά της αγάπης και άσπρες λαμπάδες. Υπάρχει όμως κάτι που ανασταίνει θαμμένα συναισθήματα και σκέψεις και τα κάνει πράξεις χαράς και αγάπης.
Greek: Αντώνης Σουρούνης βραβευμένος Έλληνας πεζογράφος, γνωστός για τα διηγήματα και τα μυθιστορήματά του με θέμα την ζωή των «γκασταρμπάιτερ». Έργα του έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες.
Ίσως μια ενδιαφέρουσα απόπειρα ψυχογραφίας του Πασοκτσή χαρακτήρα της δεκαετίας του 80'. Του σεξιστή, του σήμερα είμαστε κι αύριο δεν είμαστε, που πιστεύει ότι μόνο και μόνο για τη λεβεντιά του ο κόσμος του ανήκει. Ε φανταστείτε έναν τέτοιον να αποφασίζει να πάει πίσω στο χωριό του για να κάνει Πάσχα μαζί με την οικογένειά του.