«Πάντα μου πίστευα πως θα έκλεινα τα πενήντα μου χρόνια ανάμεσα σε πενήντα φίλους και να που είχα βρεθεί ολομόναχος. [...] Mέσα στο σπίτι υπήρχε ένα άσπρο χρησιμοποιημένο κερί, παρατημένο ίσως από κάποιον προηγούμενο νοικάρη. Tο έβαλα στο ποτήρι και το άναψα. Kοιτώντας τη θάλασσα μπροστά μου έκανα μια ευχή και το ’σβησα. [...] Eίχα όμως κι άλλες δυο τρεις ευχές, το άναψα λοιπόν κι άλλες δυο τρεις φορές και το ’σβησα. Σκέφτηκα τι ευχή είχα ακόμα να κάνω και έκπληκτος διαπίστωσα πως δεν είχα άλλες. Eίχαν σχεδόν όλες πραγματοποιηθεί. Tότε άρχισα να τις θυμάμαι μία μία και ν’ ανάβω και να σβήνω το κερί στην ανάμνησή τους. Ίσως ήταν παραπάνω από πενήντα, αλλά εγώ όταν συμπλήρωσα τα χρόνια μου σταμάτησα ευγνώμων γι’ αυτό τον μισό αιώνα που είχα ζήσει».
Το 1960, με την ολοκλήρωση των γυμνασιακών του σπουδών, εγκαταστάθηκε στη Γερμανία, όπου είχαν ήδη μεταναστεύσει συγγενείς του. Σπούδασε κοινωνιολογία και πολιτικές επιστήμες στα πανεπιστήμια της Κολωνίας, του Σααρμπρύκεν και του Ίνσμπρουκ στην Αυστρία. Στη συνέχεια εργάστηκε σε ποικίλα επαγγέλματα: από τραπεζικός υπάλληλος μέχρι ναυτικός και από ξενοδοχειακός υπάλληλος μέχρι επαγγελματίας παίκτης ρουλέτας.
Συλλογή αφηγημάτων, αφιερωμένη στους γονείς του! Περιγράφονται κομμάτια της ζωής του με έναν τρόπο ταυτόχρονα αληθινό, τρυφερό αλλά και αιχμηρό! Αυτό που αγαπώ στην γραφή του Σουρούνη είναι το ανεπιτήδευτο και αυθόρμητο περασμένο με τέτοιον τρόπο που σε συγκινεί με τα λάθη του και τα πάθη του! Μεταφέρει εικόνες, επικεντρώνεται σε πρόσωπα και σχέσεις, σε παίρνει στο "ταξίδι" της ζωής μαζί του!
απορεί κανείς: τι νόημα έχει αυτό το πράμα, αυτά τα αυτοβιογραφικά διηγήματα γεμάτα στερεότυπα? Δεν υπάρχει καν χιούμορ, εν αντιθέσει με όσα διαβεβαιώνουν οι οπαδοί του συγγραφέα. Το μόνο που υπάρχει σε αφθονία είναι ο σεξισμός