Από τους αρχαίους οικισμούς της νεολιθικής Ελλάδας, έως τις Αλεξάνδρειες του Αφγανιστάν· από τον «πρίγκηπα με τα κρίνα» της μινωικής Κρήτης έως τους «ελληνίζοντες» Βούδες της Ινδίας· από τη «γλώσσα της πέτρας» των ναών της Ποσειδωνίας και της Φιγαλείας μέχρι τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και τον Θουκυδίδη· από τον Όμηρο έως τον αγγειογράφο Εξηκία, ο Παπαϊωάννου επιχειρεί μια γιγαντιαία σύνθεση ανάμεσα στην αρχαία τέχνη, σε όλες της τις μορφές, και τη φιλοσοφία και το πνεύμα της Ελλάδας. Ταυτόχρονα αντιπαραθέτει τον αρχαίο αδιατάρακτο κόσμο της συμπαντικής αρμονίας, στην οχλοβοή της νεωτερικότητας και της Ιστορίας.
Σπάνια επιχειρήθηκε τέτοιος άθλος· ο Παπαϊωάννου, φιλόσοφος και κοινωνιολόγος, βαθύς γνώστης της τέχνης και της ιστορίας, ένα εγκυκλοπαιδικό «παιδί της Ελλάδας», επιχειρεί να διαπεράσει το μυστήριο του αρχαίου κόσμου και να απαντήσει στα ερωτήματα του σήμερα· να εξιχνιάσει το αινιγματικό χαμόγελο των Καρυάτιδων, σε αντιπαραβολή με την μπωντλαιρική πρόκληση προς την Ιστορία. Το αν και σε ποιο βαθμό το πέτυχε, εναπόκειται στον αναγνώστη να το διαπιστώσει.
Τα χρονικά όρια του βιβλίου είναι ο κυκλαδικός και κρητικός πολιτισμός ως την ελληνιστική περίοδο, με ιδιαίτερη έμφαση στις ενδιάμεσες περιόδους. Αν και η παράθεση είναι χρονολογική, εν τούτοις αναδύονται βασικά ερωτήματα σχετικά με την τέχνη: Ποια είναι η ελληνική αντίληψη για τη σχέση της τέχνης με την αλήθεια, τη φύση, τη θρησκεία, τον μύθο, την επιστήμη και τη φιλοσοφία, τις αξίες και τα ιδανικά μιας συγκεκριμένης εποχής; Η ελληνική τέχνη τείνει προς την ελεύθερη επινόηση και έκφραση προσωπικών βιωμάτων και αναζητήσεων του καλλιτέχνη ή εντάσσεται στους σκοπούς της πόλης;
Ο Παπαϊωάννου, ακολουθώντας τον Χέγκελ, υποστηρίζει ότι θεμελιακός ρόλος της τέχνης είναι η επεξεργασία του θρησκευτικού ιδεώδους. Σε αυτή τη διαδικασία στέκεται από τη μία πλευρά ο μύθος σαν ένα έργο ανοιχτό, όπου καμία εκδοχή του δεν απορρίπτεται· από την άλλη η τέχνη και οι καλλιτέχνες, τους οποίους ο Χέγκελ, και το επικαλείται αυτό ο Παπαϊωάννου, ονόμαζε δημιουργούς των θεών, γιατί πρόσφεραν «μια συγκεκριμένη παράσταση της ζωής και των πράξεων των θεών και στη θρησκεία ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο» (σελ. 96) τους αποδίδεται δηλαδή ό,τι στον Όμηρο και στον Ησίοδο από τον Ηρόδοτο (Β' 53). Γι' αυτό ο συγγραφέας αποδέχεται την άποψη του Χέγκελ ότι η ελληνική θρησκεία είναι θρησκεία της τέχνης, αισθητική θρησκεία.
Τελευταίο θέμα που μένει ανοιχτό είναι για τη σχέση τέχνης και αλήθειας. Στο ερώτημα αυτό ο συγγραφέας δίνει μια απάντηση που έρχεται κατευθείαν από την καρδιά της φιλοσοφίας του Χάιντεγκερ. Για τον γερμανό φιλόσοφο αλήθεια είναι η απουσία της λήθης. Από την πλευρά του ο Παπαϊωάννου επισημαίνει ότι η αλήθεια ως απουσία λήθης παραπέμπει στον πρωταρχικό στόχο του ποιητή που είναι να επαναφέρει τη μνήμη. Κόρες του Δία και της Μνημοσύνης ήταν οι Μούσες: «ο ποιητής διασώζει από τη λήθη αυτό που είναι αληθές, "αλησμόνητο"» (σελ. 241). Για τον Χάιντεγκερ το έργο τέχνης αποδεσμεύει, αποκαλύπτει μια αλήθεια που η κοινή χρήση συσκοτίζει, αποκαλύπτει έναν κόσμο και τακτοποιεί μια γη. Η γη είναι η βάση και το αβυσσαλέο θεμέλιο του κόσμου, αυτό που κρύβεται, και που οι Έλληνες αποκαλούσαν λήθη, λησμονημένο, κρυμμένο, ανεξιχνίαστο. Ο κόσμος με τη σειρά του απαιτεί την αποσαφήνιση των μορφών, πνευματικών και υλικών. Ο Παπαϊωάννου με τη σειρά του επισημαίνει: «Το υπαρξιακό πεδίο μέσα στο οποίο ξεδιπλώνεται η προσωκρατική φιλοσοφία είναι ο χώρος της διαρκώς αναγεννώμενης αντιπαράθεσης ανάμεσα στη νύχτα, τον ψόγο, τη σιωπή, τη λήθη, από τη μια, και το φως, το εγκώμιο, τον λόγο και την αλήθεια, την "υφάντρα της μνήμης", από την άλλη». «Ομορφιά είναι το τέλος των τεράτων και η φυγή των δαιμόνων» (σελ. 242, 301) ό,τι ακριβώς συμβαίνει και με τις προολύμπιες θεότητες που καταβαραθρώνονται με όλο τον σεβασμό στις Ευμενίδες του Αισχύλου. Ομορφιά είναι ο χειραφετημένος από το χάος κόσμος, στο έπακρο διανοητικοποιημένος, πλήρης νοήματος. Είναι η υπέρβαση του ανερμήνευτου κόσμου, η υπέρβαση του φόβου της διανοητικής ανασφάλειας, της μη αλήθειας, του φόβου για το άμορφο και το αβέβαιο, για τη δόξα, που εκφράζεται με το παιδικό αίνιγμα που μας θυμίζει ο Παπαϊωάννου από την Πολιτεία του Πλάτωνα (479c): «Ένας άνδρας που δεν είναι άνδρας βλέπει χωρίς να βλέπει ένα πτηνό που δεν είναι πτηνό καθισμένο σ' ένα κομμάτι ξύλου που δεν είναι ξύλο· του ρίχνει και δεν του ρίχνει μια πέτρα που δεν είναι πέτρα».
Ο Κώστας Παπαϊωάννου επιδίωξε να διαμορφώσει μια άποψη για την τέχνη και τον πολιτισμό μακριά από τις ιδεοληψίες που διαμορφώθηκαν κυρίως από τον 18ο αιώνα και εξής. Το βιβλίο του εκδόθηκε το 1972 στην Ελβετία από τις εκδόσεις Mazenod στη σειρά «Τέχνη και μεγάλοι πολιτισμοί», επανεκδόθηκε το 1990 και μεταφράστηκε σε ξένες γλώσσες. Από τότε νέα στοιχεία έχουν έρθει στο φως. Ωστόσο το ζητούμενο στο βιβλίο του Παπαϊωάννου δεν είναι τα στοιχεία, αλλά η μέθοδος με την οποία προσεγγίζει το θέμα του και που το καθιστά ιδιαίτερα γοητευτικό.
Kostas Papaioannou (Greek: Κώστας Παπαϊωάννου) était un philosophe et historien de l'art français d'origine grecque. Il était spécialiste de l'œuvre de Hegel, mais aussi de Marx et du marxisme en général. Dès 1941 il se joint à la la Résistance grecque contre les nazis et quitte son pays natal en 1945, en compagnie de jeunes intellectuels dont Kostas Axelos et Cornelius Castoriadis. Installé en France à partir de 1950, il fréquente des écrivains comme Octavio Paz, Yves Bonnefoy, Eugène Ionesco et Denis de Rougemont. Critique du totalitarisme, il a également contribué à l'histoire du marxisme et à la traduction de textes fondamentaux de Marx et Engels et de Hegel (La Raison dans l'histoire). Plusieurs de ses essais ont été publiés à titre posthume par Alain Pons.
Έξοχο έργο από ένα σπάνιο πνεύμα που γέννησε κι ‘έδιωξε’ μακριά της η Ελλάδα. Ο Παπαϊωάννου, ένα από τα παιδιά του Ματαρόα, προσεγγίζει την τέχνη της ελληνικής αρχαιότητας μέσω της φιλοσοφίας. Δεν περιορίζεται μόνο στην περιγραφή έργων τέχνης αλλά με ένα καθάριο βλέμμα μάς περιγράφει τις συνθήκες, την κοσμοθεωρία, τον πολιτισμό που παρήγαγε τα έργα αυτά. Μάς εξηγεί το πώς η αρχαία τέχνη έφτασε να γίνει έκφραση της α-λήθειας. Ενδεικτικά, μετά την ολοκλήρωση του κεφαλαίου για την προ-κλασική τέχνη, σταματάει να μιλάει για τέχνη και για 100 περίπου σελίδες κάνει μια παρέκβαση προκειμένου να αναλύσει το πώς έβλεπαν οι αρχαίοι Έλληνες τον Κόσμο, την αντίληψη τους για τους θεούς και το θείο, το πώς γεννήθηκε η τραγωδία και η δημοκρατία: σκευή εντελώς απαραίτητη για να προχωρήσουμε στην τέχνη της κλασικής Ελλάδας που αποτελεί και το αποκορύφωμα της τελειότητας και του μέτρου. Είναι εντυπωσιακή όχι μόνο η ευρυμάθεια αλλά και το αναλυτικό και κριτικό πνεύμα αυτού του enfant terrible της Ευρωπαϊκής διανόησης. Το βιβλίο δεν αποτελεί σε καμμία περίπτωση ένα ‘ακαδημαϊκό’ σύγγραμμα φορτωμένο με ανούσιες λεπτομέρειες και πληροφορίες. Αντίθετα, διαβάζεται πολύ ευχάριστα, είναι γραμμένο σε μια γλώσσα άμεση και ζωντανή (ελληνική μετάφραση, αφού το πρωτότυπο γράφτηκε στα Γαλλικά) και διανθίζεται από πλήθος μαυρόασπρων και έγχρωμων έργων τέχνης που σημειώνονται στα περιθώρια του κειμένου βοηθώντας τον αναγνώστη να παρακολουθήσει πληρέστερα την περιγραφή των έργων. Πολύ χρήσιμο και το ευρετήριο με τα ονόματα μυθολογικών ηρώων, θεών, αλλά και καλλιτεχνών στο τέλος του κειμένου. Ένα έργο που μάς βοηθάει να εξιχνιάσουμε ακόμη περισσότερο το αίνιγμα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Ένα έργο που θα πρέπει να διδάσκεται στα σχολεία!