Η παρουσίασή μου στη Λέσχη Ανάγνωσης Σκύρου. Οι παρεμβάσεις του ίδιου του συγγραφέα την έκαναν ομολογουμένως πολύ πιο ενδιαφέρουσα.
Πενήντα ήταν η χρονιά και τόπος η Αθήνα/ Μεσ’ στην οδό Ασκληπιού , στο υπόγειο η κουζίνα.
Της θειας Κατίγκως ο οντάς, της θείας της Κολάσεως /π’ άκουγε κι ήξερε πολλά δια της ακροάσεως
από σωλήνες και μπουριά μέσα στ’ αρχοντικό τους /Βασιλειάδη η φαμελιά και Νείλος ο αρχηγός τους.
Εξαίρετος καθηγητής , για μαθηματικά και άλλα, /Παντρεύτηκε με τη Ζωή με βίτσια όμως μεγάλα
Ο αδερφός της ο μικρός, ο νέος Βασιλάκης/Νεούδι αφράτο ,ντροπαλό του γυάλισε το μάτι.
Και η Ζωή η ξεδιάντροπή που του’ χε αδυναμία /Του νεαρού της αδερφού και διαγωγή κοσμία
Δεχότανε στην κλίνη της με αγκάλες ανοιγμένες /Μαζί και άντρα κι αδερφό τις σάρκες τους μπλεγμένες.
Η θειά της τα ‘ξερε όλα αυτά μα όχι τα παιδιά τους/Η Μάρθα, ο Τάκης κι η Αρετή ζούσαν στην άγνοιά τους
Κι όταν μια μέρα η μικρή που τη φωνάζαν Τέτη,/τους είδε με τα μάτια της στα έξι της τα έτη
Η θειά Κατίγκω πρόλαβε να την ψευτολογιάσει, /Να μη μιλήσει να της πει κι όλα να τα ξεχάσει.
Γιατί εκτός τους ποντικούς τους άρρητους εχθρούς της ,/Που όλο τους φαρμάκωνε σα φίλους καρδιακούς της
Η θεία της Κολάσεως που διάβαζε στιχάκια/Ήξερε από δουλειές σπιτιού, ήξερε κι από πάστρα.
Πώς τα ποντίκια χάνονται, πώς κρύβονται τα πάθη/Πώς των ανθρώπων που αγαπά να διορθώνει λάθη.
Αυτή μονάχα ήξερε ότι η ανηψιά της /πικρά πολύ μετάνιωσε τα ανόσια καμώματά της.
Τον άντρα της σιχάθηκε που γούσταρε αγοράκια/Και το μικρό αγγελούδι αδέρφι της που ήθελε χαδάκια.
Κι έβαλε τον κουνιάδο της το Λάμπρο Βασιλειάδη/Άνθρωπο σένιο, σοβαρό και δικηγόρο πρώτης
Να εξαλείψει πάραυτα τον πειρασμό εκεί μέσα/Να λείψει το μικρό τεκνό που κάνανε τριπλέτα.
Ήταν και δύσκολοι οι καιροί στο τέλος του Εμφυλίου/κι Ο νεαρός τους άγγελος εχάθη από του βίου
Με μία σφαίρα αδέσποτη που ήρθε και τον βρήκε ,/Καρφί στο δόξα τω πατρί και το μυαλό του πήρε.
Κι ο από χέρι συγγενούς νιος αδικοχαμένος/ δίκιο ποτέ κι ανάπαψη δε βρήκε ο καϋμένος
Το σπιτικό εστοίχειωσε κι ήρθε το φάντασμά του / στ’ αρχοντικό και κάπνιζε κι έδειχνε τα’ αχαμνά του.
Κι ήρθε να πέσει άρρωστη του θανατά η δόλια/ η αξιοσέβαστη Ζωή που οδήγησε τα βόλια
Έμεινε ετοιμοθάνατη μέχρι την ώρα εκείνη/ που ‘δωσε ο Χάρος και ολόκληρο το σόι αφανίσθη.
Πρώτος εχάθη ο Νείλος μας, ο μαθηματικός μας/ μόλις ο σάλος ξέσπασε με άλλον μαθητή του
Πως λίγο κώλο του ‘πιανε ο ακαδημαϊκός μας /και διάφορα του έκανε χαλώντας την τιμή του.
Ο Λάμπρος σπεύδει ο αδερφός να αναλάβει δράση/ κόσμο, γονείς και πνεύματα να ‘ρθει να συμβιβάσει
Τη λύση όμως τελικά την έδωσε η Κατίγκω/ που τέλος έβαλε μεμιάς στο διασυρμό με δείπνο.
Τον τάισε το Νείλο μας μια ωραία μακαρονάδα/ μεσ’ το ποντικοφάρμακο και το τυρί αντάμα
Κι αντί να τρέχουν όλοι τους μαζί στα δικαστήρια/ μια απλή κηδεία κάνανε και κρύψαν τα πειστήρια.
Γιατί της Μάρθας ο άντρας ήτανε γιατρός και ουρολόγος /και να’ν’ ο ψόφος φυσικός ,σπουδαίος ήταν λόγος
Γι’ αυτό κι υπέγραψε αυτός , ταχιά να τον κηδέψουν /και τις ντροπές και τα’ άπλυτα στο σκότος να τα πέψουν.
Κι άρχισαν όλοι ξαφνικά τις σχέσεις και τα αισθήματα/ να καταπιούν πιο εύκολα το πένθος και τα κρίματα
Ο Λάμπρος που στο κουκούλωμα είχε τρανή εμπειρία/ μετά από φόνο ανηψιού και διαζύγια τρία
Είχε πια σύντροφο ζωής μια νέα του θεάτρου ,/ μεσήλικη μα θάλλουσα κι αριστερού υποβάθρου.
Καίτη λεγόταν τούτη εδώ, Σεβαστιανού, καριέρας / κι ήθελε άντρα δεξιό να μην τη φάει το τέρας
Της λησμονιάς που άρπαζε κάθε αντιφρονούντα,/ μιας κυβερνήσεως εθνικής που όμως δεν ήταν χούντα.
Κι ως θεατρίνα όφειλε να δείχνει ελευθερία, /σε ήθη, πάθη και λοιπά αισθήματα λαγνείας
Θέλησε επίμονα πολύ αποδοχής να τύχει / με τους Βασιλειάδηδες τις σχέσεις να συσφίξει.
Γι’ αυτό επρότεινε γαμπρό για την Μαρασλειάδα,/ Πολίτη μεγαλέμπορο που ήρθε στην Ελλάδα
Να εμπορευτεί αυγοτάραχο να βρει και μια δασκάλα / που ν’ ανεχτεί το παρελθόν και κάποια βίτσια άλλα.
Κι έτσι γνωρίστηκε ο Ευφραίμ με την παρθένα Τέτη /και εκ Κωνσταντινουπόλεως ήρθε το μουχαμπέτι
Μεγάλος στο εκτόπισμα, μεγάλος και στα έτη, μεγάλος στον καβάλο του, μεγάλος και στην τσέπη.
Και μεσ’ στο πένθος βρέθηκε το σόι Βασιλειάδη, /να κάνει αρραβωνιάσματα του Ευφραίμ με το κοράσι
Και πήρε ο ιχθυέμπορος τη νεαρά παρθένα, /ταξίδια για να κάνουνε με πλοία και με τρένα.
Κι η ετοιμοθάνατη Ζωη στο νεκροκρέβατό της, /που ‘βλεπε πια να την καλούν ο άντρας κι ο αδερφός της
Εφώναξε το γιόκα της , τον Τάκη αυτόν του τίτλου,/ το μόνο γιο που απέμεινε εντός αυτού του Οίκου
Κι όρκο βαρύ τον έβαλε σ’ εκείνη πια να δώσει, πως τη μικρή αδερφούλα του ποτέ δε θα προδώσει.
Μην την αφήσει μόνη της εκεί μακριά στα ξένα, /είτε έχει μάτια ανοιχτά είτε και σφαλισμένα
Κοντά της να ‘ναι πάντοτε κι αν ζει μα κι αν πεθάνει, /κατάρα του ‘δωσε κι ευχή πριν φύγει ένα βράδυ
Μα ο Τάκης δε λογάριαζε, όρκους γιορτές, κηδείες, αφού ήρθε κι ερωτεύτηκε κι έπεσε σ’ αμαρτίες
Την Καίτη την ηθοποιό, του θείου τη σπιτωμένη /την έκανε ο άμυαλος δικιά του ερωμένη.
Κι ήρθε κι αποτρελάθηκε απ’ την πολλή αγάπη, /απ’ τις ορμόνες που ‘σκιζαν το κάθε του κεφάλι
Και ζήλευε το θείο του μα και τον κόσμο όλο,/ όποιον ποτέ έστω κοίταξε της θεατρίνας τον κώλο.
Κι ήταν το πάθος τους τρελό και τα γαμήσια τέτοια /που κρυβαν πόνο κι ηδονή καθόλου όμως σερμπέτια
Που και οι δυο δυστύχησαν μεσ’ στον κρυφό ερωτά τους, /αταίριαστο και απρεπή στα χρόνια τα δικά τους.
Και πάνω που η τραγωδός έξαφνα εγκαστρώθη, /μα δύσκολα όνομα πατρός ηδύνατο να δώσει,
Ο Τάκης επαράτησε σχολή, σόϊ παρέες /κι έφυγε λάθρα εθελοντής να πολεμά εις Κορέες.
Κι εστελνε από τον πόλεμο κάρτες προς την καλή του, /κρυφά από το θείο του φορώντας τη στολή του
Να τη φουντώνει τη φτωχιά πριν στο σανίδι ανέβη, /να τη τσιγκλά, να την πονά και να την επαιδεύει.
Κανείς δεν του απάντησε γιατί δεν τον εβρήκαν, /όσο κι αν έψαξαν πολύ τα μέσα που όλοι είχαν.
Γράμμα δεν έλαβε ποτέ ο εθελοντής Κορέας, /ούτε και εκατάλαβε πως θα γενεί πατέρας.
Γιατί η Κατίγκω ξέχασε το γράμμα να του δώσει /που είχε η ώριμη ενζενύ σ’ εκείνη παραδώσει
Και όταν πια τα τίναξε κι η θεία της Κολάσεως /κανείς δεν ήξερε καλά το εύρος της καταστάσεως.
Κι όπως οι άνθρωποι συχνά συνήθεια το έχουν,/ να προτιμάνε τη βολή και στο κακό ν’ αντέχουν
Παντρεύτηκε η Καίτη μας, το Λάμπρο το δικηγόρο/ να βρει πατέρα το παιδί απ’ τον κακό το σπόρο.
Όπως μιζέριασαν ζωές και μυστικά κρυφτήκαν,/ στο σπίτι της Ασκληπιού όλα φανερωθήκαν
Όποιος με κρίμα στο λαιμό έφυγε μέσ’ στο σόι,/ φάντασμα γύρισε εκεί κι έπιασε το κατώι.
Και σουλατσέρναν όλοι τους στο άδειο πλέον σπίτι, /τρομοκρατούσαν δουλικά κι αφήναν γύρω ίχνη.
Ήρθαν και πήραν κι οι συκιές που βρίσκουν πάντα τρόπο /στα ερείπια να χώνονται κι όλο να πιάνουν τόπο
Κι απλώσαν σε πατώματα και τοίχους τα κλαδιά τους/ να διώξουν μέσα απ’ τις ρωγμές το γάλα κι άρωμά τους.
Κι ενώ ο χρόνος πέρασε και η Μάρθα νέο μαθαίνει /ότι τα’ αδέρφι το μικρό στον πόλεμο πεθαίνει
Πριν τίποτα να πει στη νεαρή αδερφή τους /μακριά εκεί που ετοίμαζαν τους γαμηλίους μίτους
Ο Τάκης εμφανίστηκε μέσα στην καταιγίδα /με τη στολή τη θερινή και σφύριγμα λεπίδα
Την Αρετή στο γάμο της μόνος να συνοδέψει/ από ένα σόι ολάκερο που είχε ορφανέψει.
Και μ’ όλα τα επίσημα έγγραφα και σφραγίδες/ κι ας το λεγαν τα επίκαιρα και οι επιφυλλίδες
Ο Τάκης που στον πόλεμο λογιόταν πεθαμένος/ στην αδερφή του έτρεξε δις κι επισταμένως.
Μία που την παρέδωσε νυφούλα μεσ’ στα άσπρα /και μια όταν συνέβησαν τα γεγονότα τα’ άλλα
Τότε που Τούρκοι έκαιγαν μέσα στην πόλη σπίτια,/ Ελλήνων και Αρμένηδων ενός Σεπτέμβρη σπίθα.
Ποτέ του όμως δεν έμαθε πώς χάθηκε ο οίκος, /που η Βούλα η καθαρίστρια ‘εκαψε μέχρι λίθο
Να διώξει τις κακές ψυχές που κατοικοεδρεύαν, /που κρίματα μετρούσανε κι όλο την κοροϊδεύαν.
Ποτέ δεν έμαθε για γιο που απόκτησε απ’ την Καίτη /που Τάκη τον ονόμασε χήρα μεσ’ στο σεκλέτι.
Ούτε για δυο ανήψια του από τις αδερφές του/ που πήραν το ίδιο όνομα μέσ’ στη μπαναλιτέ του
Από ένα χαμένο θείο τους εχάθη εις την Κορέαν / μα επέστρεφε σαν καρτ ποστάλ με θερινή σκελέαν
Και μόνο σφύριζε σφοδρά την ίδια μελωδία,/ γελώντας με του κόσμου μας την άγρια κωμωδία.