O ήλιος τινάζει τις αχτίνες του ζωοπάροχες στην πλάση κι ὁ ουρανός χρυσογάλαζος απλώνεται με στοργή απεριόριστη. Και κείθε περ' από το ρέμα, μέσα στο χωριό, γέλια και χαρές ακούγονται παντού, παιδιά γυμνοπόδαρα τρέχουν στα νερά και λυγερές χεροπιασµένες χορεύουν στις αυλές και στις ταβέρνες, τα παλληκάρια τραγουδούν τη ζωή και τα νιάτα τους ασυλλόγιστα.
Ὁ Χάρος τα είδε όλα και χαμογέλασε.
Κινηματογραφική σκηνή. Χαμόγελο του Al Pacino, στροφή της γλώσσας στα χείλη, στο Devil’s Advocate.
Ω αγία αφέλεια. Η άγνοια, η χαρούμενη γαλήνη, η νηνεμία πριν την απόλυτη καταστροφή.
Οι ήρωες του Καρκαβίτσα είναι απλοί, τυπικοί ή γραφικοί άνθρωποι της ελληνικής επαρχίας που η περιορισμένη μικρή ζωή και δράση τους βρίσκεται κάτω από την σκιά κάτι μεγαλύτερου. Του πολέμου, της πατρίδας, της φύσης, της μοίρας, θεού, του θανάτου. Ιδίως αυτού. Του Χάρου.
Και όταν ακόμη έχουν την αντίληψη αυτού του «μεγαλύτερου» οι άνθρωποι το αντιπαλεύουν με μόνα εφόδια την άγνοια, αμάθεια, την δεισιδαιμονία, την θρησκοληψία, την πρόληψη. Και κάποια άλλοι την πονηριά. Την διαβολιά!
Παλιές Αγάπες. Συλλογή διηγημάτων. Δεν έχει κάποιο ομότιτλο. Ούτε τα διηγήματα έχουν να κάνουν με αγάπες. Εκδόθηκαν το 1900. Είναι δεκαπέντε διηγημάτων ηθογραφικού και ιστορικού περιεχομένου της περιόδου 1885-1897. Κάποια, 2 ή 3, ομοιάζουν με παραμύθια.
Στην γλώσσα που χειρίζεται λαμπρά: την δημοτική. Που βοηθάει αφάνταστα τον σημερινό αναγνώστη.
Το σημαντικό όμως είναι ότι στα δεκαπέντε αυτά διηγήματα βρίσκουμε πρωτότυπες ιστορίες. Δεν καταγράφει ηθογραφικά ο Καρκαβίτσας. Αλλά επινοεί ιστορίες, τις σχεδιάζει με λογοτεχνική μαεστρία, τις μπολιάζει με λεξιλόγιο και λόγο ταιριαστό.
Και είναι και τολμηρός. Θαρραλέος στα θέματα αλλά και στις ιδέες.
-Τι είσαι λοιπόν εσύ; Δεν είσαι πλάσμα του Θεού!
- Πλάσμα του θεού; όχι. Είμαι πλάσμα ανώτερο. Είμαι το μεγαλύτερο και το πιο ευεργετικό μέσα στη Φύση. Εγώ την τρέφω και την ξανανιώνω και τη συντηρώ. Όλες οι γνωστές και άγνωστες υπάρξεις: πράματα, θάματα, ιδέες, κόσμοι, όσα κρατεί στους κόρφους της, από το άσβηστο καμίνι του στήθους μου περνούν, κ ενώ ρίχνονται γέρικες κι αφανισμένες, βγαίνουν άλκιμες και νεανικές, όπως ο γέροντας βασιλιάς από το μαγεμένο λεβέτι των θυγατέρων του. Τι μου τσαμπουνάς το Θεό σου ;. Και κείνος μέσ' από τα στέρνα μου θα περάσει μια μέρα, όπως περάσανε και τόσοι άλλοι θεοί, και τόσοι άλλοι ..