Σπάνια συναντά κανείς ένα βιβλίο που τελειώνοντάς το δεν έχει απολύτως κανένα κενό, παρότι τίποτα δεν έχει ουσιαστικά απαντηθεί. Αυτή είναι η ΚΩΜΗ του Θοδωρή Πανάγου. Ένα βιβλίο γυμνό από οτιδήποτε δεν έχει σημασία. Παρότι ελάχιστα έχουν διευκρινιστεί ή περιγραφεί δεν σου μένει κανένα ουσιαστικό ερώτημα, αφού όλα πρέπει έχουν ειπωθεί με ένα λόγο αυστηρό, μεστό, σχεδόν ελλειπτικό.
Η ιστορία καθεαυτή εντάσσει το βιβλίο στην κατηγορία της λογοτεχνίας του φανταστικού. Όμως, οι αλληγορίες που αβίαστα προκύπτουν διαρκώς (άραγε προϊόν της δικής μας αναγκαιότητας ως αναγνωστών ή έντεχνη ικανότητα του συγγραφέα να μας οδηγεί ανεπαίσθητα σ’ αυτό το δρόμο) ίσως τελικά το κάνει πιο πραγματικό από πολλά, ακόμα και χειροπιαστά, πράγματα της ζωής μας.
Η ΚΩΜΗ δεν είναι ένα βιβλίο δύσκολο στην ανάγνωση. Δεν είναι όμως κι ούτε ένα εύκολο ανάγνωσμα. Θα έλεγα ότι διαβάζεται άνετα, αλλά όχι με μεγάλη ευκολία, καθώς θέλει αρκετή συγκέντρωση, μιας και κάθε αράδα, κάθε λέξη έχει σημασία και νόημα, δεν είναι εκεί για να γεμίσουν οι σελίδες, αλλά γιατί πρέπει να υπάρχει για να ολοκληρώσει το νόημα. Πάντως η αναγνωστική ευχαρίστηση είναι όλη εκεί. Τη νιώθεις. Όπως, βέβαια, και η αναπόφευκτη περιέργεια, όχι τόσο για την απόφαση του ήρωα, αλλά για το μυστικό. Που δεν ξέρεις αν υπάρχει, που δεν ξέρεις τί ακριβώς θα απαντήσει (κάποιο μυστικό των πατέρων, η φύση του θηρίου, η αλήθεια του φυτού, η τοποθεσία του βουνού, η προσωπικότητα του εμπόρου), αλλά τεχνιέντως ο Θοδωρής Πανάγος σε κάνει να περιμένεις την απάντησή του ! Δηλαδή διαβάζεις ένα βιβλίο που ξέρεις ότι θα απαντήσει σε ένα ερώτημα που δεν ξέρεις ποιο είναι, αλλά που σε βασανίζει και θες να το μάθεις γιατί θα σε οδηγήσει (εσένα και τους ήρωες) σε κάποιο είδος γνώσης που αν την έχεις θα φτάσεις στη νέμεση.
Το μεγάλο, βέβαια, πλεονέκτημα του βιβλίου είναι ότι σε αφήνει να το φανταστείς μόνος σου. Γυμνό από περιγραφές, από λεπτομέρειες ακόμα και από ονόματα (αφού μόλις ονοματίσεις κάτι αμέσως το ορίζεις κι άρα το οριοθετείς), ο αναγνώστης μπορεί να δημιουργήσει στο μυαλό του όλα όσα αναφέρονται ελεύθερος από τα δεσμά του «τί θέλει να πει εδώ ο συγγραφέας». Ο συγγραφέας σε αφήνει, αγαπητέ αναγνώστη να αποφασίσεις μόνος σου, να δημιουργήσεις τη δική σου Κώμη, το δικό σου φυτό και κυρίως το δικό σου θηρίο και, άρα, το δικό σου τρόμο. Γιατί καθένας μας έχει ένα θηρίο που τον κατατρέχει και που του απαγορεύει να αγγίξει το δικό του φυτό, που η κατάκτησή του οδηγεί στην αφθονία κι όχι μόνο.