Ξαφνικά η ζωή τους ήρθε τα πάνω κάτω. Η Λήδα και η Ηρώ πρέπει να περάσουν όλο το καλοκαίρι σ΄ ένα χωριό που βρίσκεται στη μέση του πουθενά μέσα στα βουνά και χωρίς θάλασσα. Κι όμως πολύ γρήγορα τα κορίτσια άρχισαν να δένονται με το χωριό. Έμαθαν μαζί με τα και τις ιστορίες των ανθρώπων που τα κατοικούσαν. Ανακάλυψαν ένα παλιό ημερολόγιο της μαμάς τους και μέσα από τις σελίδες του γνώρισαν το σκοτεινό παρελθόν της οικογένειας που αγνοούσαν. Η ιδιοκτήτρια ενός βιβλιοπωλείου τους αποκάλυψε τον θρύλο για μια μαγική βελανιδιά που τη λέγανε καράβι και οι παλιοί τη λατρεύανε γιατί είχε μαγικές ιδιότητες. Για να φτάσουν όμως εκεί έπρεπε να διασχίσουν τον «απαγορευμένο τόπο» ένα δύσβατο φαράγγι. Η Ηρώ ορκίστηκε πως θα πήγαινε ακόμα και μόνη της. Είχε ένα θαύμα στο μυαλό της που έπρεπε οπωσδήποτε να γίνει.
Ένα μυθιστόρημα για ένα καλοκαίρι σ΄ έναν μυστηριώδη τόπο όπου οι άνθρωποι πιστεύουν σε θρύλους και δεν ταράζουν τα φαντάσματα του παρελθόντος. Μια παρέα παιδιών θα ανακαλύψουν τη δύναμη της φιλίας, της αγάπης, της θυσίας και θα τολμήσουν να ξυπνήσουν το δέντρο βασιλιά γιατί καταλαβαίνουν πως αν είναι μαζί θα το καταφέρουν, γιατί, καμιά φορά, το «μαζί» είναι όλες οι γλώσσες κι όλοι οι καιροί.
Η Μαρία Παπαγιάννη (Maria Papayanni) είναι από τις πιο σηµαντικές σύγχρονες παρουσίες στην ελληνική παιδική και νεανική λογοτεχνία, υποψήφια για το Διεθνές Βραβείο H.C. Andersen 2022 και Πρέσβειρα για το Παιδικό Βιβλίο για τη διετία 2021-2022. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο ΑΠΘ και στη συνέχεια δούλεψε ως δημοσιογράφος σε ραδιόφωνο, τηλεόραση, εφημερίδες και περιοδικά. Το 1996 παντρεύτηκε τον μουσικοσυνθέτη Θάνο Μικρούτσικο. Από το 2001 που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Πατάκη το πρώτο της βιβλίο "Καληνύχτα, μαμά" αφιερώθηκε στις ιστορίες της. Γράφει βιβλία για µικρά και µεγάλα παιδιά, εφηβικά µυθιστορήµατα, λιμπρέτα και στίχους για μουσικοθεατρικές παραστάσεις, μεταφράζει βιβλία για παιδιά και έχει εκδώσει ένα µυθιστόρηµα για ενήλικες. Έχει βραβευτεί µε τα πιο σηµαντικά βραβεία: Κρατικό Βραβείο ("Το Δέντρο το Μονάχο"), Βραβείο Ελληνικού Τµήµατος της IBBY ("Ως διά µαγείας", "Παπούτσια µε φτερά"), Βραβείο του λογοτεχνικού περιοδικού Διαβάζω ("Ως διά µαγείας", "Το Δέντρο το Μονάχο", "Πιάστε τους"), αναγραφή στον κατάλογο White Ravens ("Είχε απ’ όλα και είχε πολλά"). Εικονογραφημένα βιβλία της για μικρά παιδιά κυκλοφόρησαν επίσης στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Αγγλία, τη Φιλανδία, τη Ρουμανία και την Κορέα, ενώ εκδόσεις των μυθιστορημάτων της αναμένεται να κυκλοφορήσουν σύντομα στη Ρωσία, τη Ρουμανία, τη Σερβία και τη Βόρεια Μακεδονία. Η Μαρία Παπαγιάννη επισκέπτεται σχολεία για να συναντήσει µαθητές από τις πρώτες τάξεις του δηµοτικού ως το γυµνάσιο. Στα µικρά παιδιά, βοηθός της πάντα η αχώριστη φίλη της η Πες Πες, η µικρή πασχαλίτσα που λέει παραµύθια και τρώει µόνο παραµύθια. Για τα παιδιά που τελειώνουν το δηµοτικό και ξεκινούν το γυµνάσιο δημιούργησε το εκπαιδευτικό πρόγραµµα «Φυλακτές της ελευθερίας» με αφορμή το µυθιστόρηµά της "Παπούτσια µε φτερά", ένα βιβλίο «για την ποίηση που υπάρχει στη ζωή και τη ζωή που κάποτε γίνεται ποίηση».
Μα τι ωραίο και τρυφερό βιβλίο που ήτν αυτό ρε παιδιά. Σε μια περίοδο πολύ στρεσογόνα για μένα ηρέμησε λίγο την ψυχούλα μου. Τι ευγενεια και τι γλυκύτητα σου έβγαζε. Ένα φανταστικό παραμύθι για μικρούς και μεγάλους Μου θύμισε τα παιδικά βιβλία της γενιάς μου. Εκείνα τα χρόνια, τα καλοκαίρια στο χωριό στην αυλή της γιαγιάς παρέα με τα βιβλία της άλκη ζέη και της ζωρζ σαρή. Αθωότητα, νεράιδες, θρύλοι. Ένα βιβλίο που θα σου μάθει ότι για να βρεις τη χαρά θα πρέπει να μαθεις και στον πόνο και την λύπη. Να το διαβάσετε με τα παιδιά σας.
Γλύκανε το μέσα μου με αυτό το βιβλίο. Ένα παραμύθι μαγικό, ένα παραμύθι αληθινό. Για μικρούς αλλά και για μεγάλους. Μια ιστορία για την αγάπη, τη φιλία, την απώλεια. Μια ιστορία για τα μυστικά, τις ενοχές.
Η γραφή της Μαρίας Παπαγιάννη με συγκίνησε για άλλη μια φορά. Με μαγνήτισε. Την ερωτεύτηκα. Με έκανε να χαθώ στις σελίδες του βιβλίου στην κυριολεξία.
Δεν εξηγούνται, ούτε λύνονται όλα. Ακριβώς όπως και στη ζωή. Όμως ακόμα κι έτσι, αισθάνεσαι πως τελικά θα ζήσουν όλοι καλά κι εσύ καλύτερα. Ναι, αυτή την αίσθηση έχω από όταν τελείωσα το βιβλίο.
Ξεκίνησα να ξεφυλλίζω τα «Χρυσά Κουπιά» της Μαρίας Παπαγιάννη χτες πριν κοιμηθώ και τελικά δεν κοιμήθηκα πριν τελειώσω το βιβλίο. Δυο αδελφές, η Ηρώ και η Λήδα, στην προεφηβεία και στην αρχή της εφηβείας τους περίπου (δεν προσδιορίζεται ακριβώς η ηλικία τους, μα ούτε ακριβώς και η χρονιά όπου διαδραματίζεται η περιπέτειά τους), αναγκάζονται εξαιτίας μιας δυσάρεστης οικογενειακής κατάστασης να περάσουν το καλοκαίρι τους στον τόπο καταγωγής της μητέρας τους, σε ένα μικρό ορεινό χωριό, στη μέση του πουθενά, όπου δεν έχουν πάει ποτέ, με τον πατέρα της μητέρας τους, έναν παράξενο παππού, που δεν έχουν γνωρίσει ποτέ. «Η γη έστειλε τον παλμό τους υπόγεια μέσα απ’ τις χωμάτινες φλέβες της. Το Δέντρο ένιωσε ένα ρίγος και ξύπνησε. Χρόνια είχε να νιώσει συγκίνηση για κάτι. Και ξαφνικά αυτή η ανατριχίλα, γι’ άγνωστο λόγο, του θύμισε παλιές μέρες. Τότε που έβλεπε τα παιδιά του να μεγαλώνουν, να απλώνουν τα κλαδιά τους αδέξια προς το φως, να φουσκώνουν τα φυλλώματά τους, οι κορμοί τους να δυναμώνουν μέρα με τη μέρα. Ένιωθε βαθιά μες στο χώμα τον ρυθμικό ήχο που κάνει το υπόγειο νερό, τον αντίλαλο των κτύπων της καρδιάς του δάσους καθώς οι ρίζες των δέντρων αγκαλιάζονται. Το Δέντρο ένιωσε για μια μικρή, ελάχιστη στιγμή, ευτυχία. Για λίγο λάθεψε πως ήτανε αλήθεια. Αυτή η ευτυχία όμως ήταν μόνο η ανάμνησή της, ήταν που νόμιζε για λίγο πως οι αγαπημένοι του δεν έφυγαν ποτέ, σχεδόν ένιωσε εκείνο το γέλιο των φύλλων καθώς τα χάιδευε το δροσερό αεράκι. Νόμιζε πως ήταν ξανά εκεί. Η παλιά χαρά. Η ευτυχία. Όταν ήταν ακόμα όλοι οικογένεια». Σταδιακά, τα κορίτσια προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες ζωής τους, δένονται με το χωριό, βρίσκουν παρέες, ωριμάζουν, ερωτεύονται, ανακαλύπτουν οικογενειακά μυστικά, μοιράζονται ανθρώπινες ιστορίες, μαθαίνουν το μυστηριώδες παρελθόν της μητέρας τους και της γιαγιάς και του παππού τους, εξερευνούν άγνωστους τόπους κι ακούν θρύλους της περιοχής για φαντάσματα και για νεράιδες και για λύκους και για δέντρα, όπως αυτόν της βελανιδιάς που τη λέγανε καράβι κι είχε ιδιότητες μαγικές. Όταν φωτιζόταν στην Πανσέληνο, τα κλαδιά της γίνονταν χρυσά κουπιά κι όποιος τα καβαλίκευε αποκτούσε δύναμη και μπορούσε να κάνει μάγια. Ακόμα, λοιπόν, κι αν η βελανιδιά αυτή, που μέσα της λέγανε πως ζούσαν όσοι είχαν φύγει για πάντα, βρισκόταν σε τόπο απαγορευμένο, σ’ ένα βαθύ φαράγγι, η Ηρώ τ’ ορκίστηκε· έπρεπε να βρεθεί εκεί, ακόμα και μονάχη της, σαν γέμιζε το φεγγάρι, στο τέλος του Αυγούστου, γιατί έμοιαζε να είναι ο μόνος τρόπος για να ξανακερδίσει τη ζωή που είχε χάσει. Και τελικά, το δέντρο-βασιλιάς τής πρόσφερε κάτι πολύ σημαντικό… «Την πανσέληνο, το αρχαίο πνεύμα του Δέντρου ζωντανεύει. Και τα κλωνάρια του τότε είναι θαυματουργά κι έχουν τη γιατρειά για όλες τις αρρώστιες. Αν άκουγαν οι άνθρωποι τη γλώσσα των δέντρων, θα μάθαιναν ότι εκεί κατοικούν οι ψυχές των νεκρών χωριανών. Ήθελα να ρωτήσω αν μπορεί κανείς να τους δει, αλλά δεν άκουσα αν μου ’πανε κάτι. Όταν ξύπνησα, ανακάλυψα ότι είχα κοιμηθεί με τα ρούχα. Το κερί είχε σβήσει κι έξω το φεγγάρι ήταν τεράστιο. Είχα πάει; Ήταν όνειρο; Ή ήταν μια από τις ακαταλαβίστικες ιστορίες που μου έλεγες μικρή;» Ένα μυθιστόρημα για ένα καλοκαίρι σ΄ ένα μυστηριώδες τόπο όπου οι άνθρωποι πιστεύουν σε θρύλους και δεν ταράζουν τα φαντάσματα του παρελθόντος. Μια παρέα παιδιών θα ανακαλύψουν τη δύναμη της φιλίας, της αγάπης, της θυσίας και θα τολμήσουν να ξυπνήσουν το δέντρο βασιλιά γιατί καταλαβαίνουν πως αν είναι μαζί θα το καταφέρουν, γιατί, καμιά φορά, το «μαζί» είναι όλες οι γλώσσες κι όλοι οι καιροί. Διαβάζοντας το βιβλίο, ένιωσα πως έγινα ξανά προέφηβη και διάβαζα μια ιστορία σαν το «Καπλάνι της Βιτρίνας» ή σαν το «Αίνιγμα του Πύργου» ή σαν τον «Θησαυρό της Βαγίας». Κρατούσα ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες, μα έμοιαζε -σε λογοτεχνική/αφηγηματική δύναμη- με όσα λάτρευα ως παιδί και συνήθως λείπουν από τα σύγχρονα προεφηβικά και εφηβικά αναγνώσματα. Είχε τη στόφα του κλασικού και ο μαγικός ρεαλισμός της γραφής τής Παπαγιάννη με συνεπήρε. Ίσως ό,τι πιο ωραίο έχει γράψει μια συγγραφέας που πάντοτε γράφει παραπάνω από ωραία. Με ταξίδεψε, ταυτίστηκα με διάφορα, έκλαψα πολύ, μα τελικά αυτό με λύτρωσε. Πρώτη πανσέληνος του χρόνου απόψε. Με τη φαντασία μου θα ψάξω κι εγώ τη βελανιδιά, θα μιλήσω με όσους κατοικούν μέσα της, κι έπειτα θα σκαρφαλώσω και θα τραβήξω τα χρυσά κουπιά της…
Κάθε φορά που διαβάζω βιβλίο της Μαρίας Παπαγιάννη, ταξιδεύω στον κόσμο της αληθινής λογοτεχνίας, που μόνο οφέλη στην ψυχή και στον νου έχει να προσφέρει. Καταπιάνεται με θέματα δύσκολα αλλά, με τον μοναδικό τρόπο της, καταφέρνει να διώξει το μαύρο χρώμα και να οδηγήσει μέσα από τους ήρωές της τους αναγνώστες της στην αναζήτηση του φωτός, της χαράς και της αγάπης.
Ένα καλοκαίρι διαφορετικό θα ζήσουν δυο αδελφές, η Λήδα και η Ηρώ, στο χωριό απ’ όπου έχει καταγωγή η μητέρα τους. Όλα ανατρέπονται στη ζωή τους, αφού ο πατέρας τους θα αντιμετωπίσει ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα υγείας και η μητέρα τους πρέπει να μένει μαζί του στο νοσοκομείο.
Δεν γνωρίζουν πολύ καλά τον παππού τους. Πρόκειται για έναν άνθρωπο κλειστό και λιγομίλητο. Έχει συνηθίσει στη μοναξιά του μετά τον χαμό της αγαπημένης του γυναίκας και τη φυγή της κόρης του από το χωριό. Θα δυσκολευτεί με τις εγγονές του, όπως και οι ίδιες μαζί του. Ένα υπέροχο μυθιστόρημα έγραψε η συγγραφέας, βάζοντας μέσα στις σελίδες του όλα όσα αγαπά και πρεσβεύει. Δείχνει στους μικρούς της αναγνώστες που ζουν σε μεγάλες πόλεις μια ζωή διαφορετική, απλή και κυρίως αληθινή, κοντά στις ομορφιές της φύσης. Μύθοι και θρύλοι μπλέκονται σε έναν αρμονικό χορό με τη φύση, και όμορφες ιστορίες από το παρελθόν ξεπηδούν από τα χείλη απλών ανθρώπων που ξεχειλίζουν αγάπη και καλοσύνη.
Ένα βιβλίο που δεν χορταίνεις να διαβάζεις, που ρουφάς την κάθε λέξη του φέρνοντας εικόνες ολοζώντανες μπροστά στα μάτια σου. Η συγγραφέας αποδεικνύει για άλλη μια φορά την ικανότητά της να γράφει εξαιρετικά βιβλία, που τους ήρωές τους ο αναγνώστης δεν τους ξεχνά εύκολα. Δένεται, ταυτίζεται μαζί τους. Τους ακολουθεί γιατί τον απομακρύνουν από καθετί σκοτεινό και άγριο που υπάρχει στη ζωή του. Τον μαθαίνουν να αγωνίζεται, να παλεύει για τον ίδιο αλλά και για τους άλλους. Τον οδηγεί στο φως και στη χαρά της ζωής.
Αχ... είναι κρίμα αυτό που συμβαίνει όταν συγγραφείς που -ξεκάθαρα- μπορούν να γράψουν κι έχουν και πράγματα να πουν, και όταν το κάνουν το κάνουν με έναν τρόπο σχεδόν μαγικό, είναι κρίμα όταν οι ιστορίες τους μένουν μ��σοτελειωμένες. Γιατί έτσι φαίνεται και τούτη εδώ. Η γραφή της Παπαγιάννη, ακόμα και ως ενήλικη από καιρό αναγνώστρια, με ταξιδεύει και με γυρίζει πίσω στην παιδική μου ηλικία. Τα βιβλία της έχουν αυτό το άρωμα (περιέργως κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά) που είναι ικανό να γεμίσει τον αναγνώστη εικόνες και να απολαύσει το βιβλίο της, όποια ηλικία και να έχει. Παρόλο που η ιστορία αυτή δεν ήταν ιδιαιτέρως πρωτότυπη, έχοντας διαβάσει ένα απόσπασμα από το ξεκίνημα, ανυπομονούσα να δω τι επακολουθεί. Όσο ευχάριστα και αν πέρασα διαβάζοντας αυτό το βιβλίο όμως, τόσο με ξένισε η ασυνέχεια του. Σκηνές που έμεναν στη μέση, άλλες που δεν ξεκίναγαν ποτέ κι απλώς βλέπαμε το τέλος τους, ο χρόνος περνούσε δίχως συγκεκριμένη ταχύτητα ή ρυθμό με αποτέλεσμα αρκετές φορές το ένα κεφάλαιο να φαίνεται ασύνδετο με το επόμενο. Πιο σημαντικά όμως, αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μένουν οι χαρακτήρες λειψοί κι οι ιστορίες τους επιφανειακές καθώς δεν δημιουργήθηκε ποτέ το ολοκληρωμένο υπόβαθρο να τις στηρίξει. Δεν ξέρω αν αυτό ήταν εσκεμμένο σχέδιο της συγγραφέως - ίσως σε δεύτερο χρόνο να με "ενοχλεί" λιγότερο μα καθώς διάβαζα το βιβλίο αναρωτήθηκα πολλές φορές στην αρχή ενός κεφαλαίου ή μιας σκηνής, τι έγινε με ό,τι προηγήθηκε ή πώς βρεθήκαμε τώρα εδώ.
Τα 5 αστεράκια είναι λίγα και φτωχά για όλα όσα με έκανε να νιώσω το βιβλίο αυτό. Έχει πολλή από τη μαγεία και την ομορφιά των ηρώων και των τόπων των παραμυθιών. Κινείται ανάμεσα στην πραγματικότητα, τον θρύλο, το μαγικό. Αλλά η αλήθεια του πείθει! Πείθει και αγγίζει βαθιά. Νομίζω θα το σκέφτομαι και θα περπατώ στα νοήματα του για καιρό.
Ένα βιβλίο που μου χάρισε εικόνες από το δικό μου χωριό∙ αγάπησα βαθιά το χωριό της Λήδας και της Ηρώς, λάτρεψα τον παππού τους και όλους τους χαρακτήρες.
Παρότι υπήρχαν απότομες εναλλαγές από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, η ιστορία με κράτησε το τέλος με λύγισε∙ έκλαψα πολύ.
Ηλία… θα κρατήσω βαθιά μέσα μου τη συμβουλή που έδωσες στην Ηρώ: να κυνηγάω μόνο τη χαρά.