«Η Αιωνιότητα. Ο Χρόνος. Το Χάος. Τούτη η νύχτα. Δεν ξέρω πόσο κράτησε ούτε αν την είχα ξαναζήσει κάποια στιγμή στο παρελθόν ή ήταν ένα τρέιλερ από το μέλλον. Ίσως δεν έχει σημασία αν την έζησα πραγματικά ή αν ήταν στ' όνειρό μου που έβλεπα τάχα κοιμισμένος το όνειρο αυτής εδώ της νύχτας., εκεί που πάλευα να τελειώσω την ιστορία που χρόνια βασάνιζε την ψυχή μου.»
Περιπέτειες ανθρώπων που βίωσαν μιαν απρόσμενη οικολογική καταστροφή και αποφάσισαν να δραπετεύσουν, να χτίσουν από την αρχή τη ζωή τους τα Σόθιψα, το χωριό τους, είναι το φανταστικό σκηνικό με τις απροσδιόριστες συντεταγμένες, ο τόπος απ' όπου ξεκίνησε το τέλος του κόσμου όπως τον ξέρουμε, με τις ακλόνητες βεβαιότητές του.
Δεκατέσσερις φωνές ηχούν και προλέγουν μαζί τους οι Τζίντες -οι φανταστικές νεράιδες των βουνών- ανοίγουν το πηγάδι του Κάτω Κόσμου και το Τζίντιλι, «ανεμοστρόβιλος» στα βλάχικα, συμπυκνώνει το φόβο για το ζοφερό μέλλον αλλά και το αισιόδοξο δράμα της στροφής προς μια οικο-κοινωνική διέξοδο.
Ο άνεμος της Ιστορίας φορτωμένος μνήμες, παραδόσεις, αλλά και ζωές, και σχέσεις.
Ο Δημήτρης Χριστόπουλος ζει και εργάζεται ως φιλόλογος στον Πειραιά. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο ΕΚΠΑ και Δημιουργική Γραφή στο ΜΠΣ του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Είναι υποψήφιος διδάκτορας νεοελληνικής λογοτεχνίας στο Παν. Κύπρου. Έχει εκδώσει δύο συλλογές διηγημάτων (Δημόσιες ιστορίες, 2013, Σπουδή στο κίτρινο, 2018). Μικρά πεζά, χρονογραφήματα, άρθρα και κριτικά σημειώματά του έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα. Διατηρεί το ιστολόγιο «Ηλεκτρονική Τράπεζα Φιλολογικών Θεμάτων».
Υπάρχουν βιβλία που θα σε αναγκάσουν με τον τρόπο τους να τα διαβάσεις ξανά με το που τελειώσεις την πρώτη ανάγνωση.
Στην πρώτη, είναι αποσπάσματα όπως αυτό που σε τραβάνε: "Όταν συντελεστούν όλες οι ιστορίες του κόσμου, θ' απομείνουν οι λέξεις να δείχνουν το πρόσωπό μας. Έχουμε κάτι κοινό. Όπως κι εσύ, δε θέλω να τις αποσιωπήσω όπως τόσοι άλλοι. Γι' αυτό από χρόνια εξασκούνται στη σιωπή σαν κάποιος που σηκώνει στις πλάτες του τα βάρη όλου του κόσμου - τις λέξεις του".
Στη δεύτερη, είναι άλλα στοιχεία που προσέχεις. Είναι οι (απρόβλεπτοι) χαρακτήρες. Βλέπεις γυναίκες δυναμικές και ανθρώπους άδειους, ζωντανούς και νεκρούς μαζί.Είναι το μέρος, τα Σόθιψα, φανταστικό και πραγματικο μαζί, που ενεργοποιεί τις αισθήσεις σου. Μυρίζεις το χώμα της Εορδαίας, βλέπεις στην ατμόσφαιρα την καταστροφή, στο βήμα των ανθρώπων τα βάρη που σηκώνουν. Είναι η ντοπιολαλιά.
Το να μιλήσεις για τα μεγάλα θέματα των τελευταίων χρόνων δεν είναι εύκολο. Εμφύλιος, εκβιομηχάνιση, οικολογική καταστροφή, αλλοτρίωση των ανθρώπων, ερήμωση της επαρχίας, μνήμη είναι κάποια από αυτά που μπορείς να διακρίνεις. Και όταν τα βάζεις όλα στο μιξ, η συνταγή δεν ξέρω αν μπορεί να πετύχει.
Εκτός αν είσαι ο Χριστόπουλος. Τα θετικά δείγματα υπήρχαν στα δύο προηγούμενα βιβλία του, αλλά εδώ το πήγε σε άλλο λέβελ. Ο χειρισμός της γλώσσας και η κινηματογραφική αφήγηση τον βοήθησαν. Να το πω αλλιώς, αν ήταν ταινία, το Τζίντιλι θα ήταν ένα cli-fi με δραματικά στοιχεία και το σάουντρακ θα ήταν δημοτικά τραγούδια με ένα twist.
Χωρίς να είμαι φιλόλογος, νομίζω ότι ο Χριστόπουλος πηγαίνει τη γλώσσα και τη λογοτεχνία ένα βήμα μπρος. Και αν στο μέλλον αυτό το βιβλίο δεν θεωρείται πρωτοπόρο (βάλε όποια άλλη στομφώδη λέξη θες), θαρρώ θα έχουμε κάνει ένα (ακόμα) λάθος.