Οι δημιουργοί των μπεστ σέλερ «Ερωτόκριτος» και «Στα μυστικά του Βάλτου» επανέρχονται με ένα καταπληκτικό γκράφικ νόβελ.
Σαν τα κεράσια το κακό. Ένα παίρνεις απ’ το καλάθι, δυο τρία σηκώνονται.
Το φαινόμενο της ληστοκρατίας κυριάρχησε στο νεοελληνικό κράτος σχεδόν για έναν αιώνα, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930. Στο επίκεντρό της βρισκόταν η σύγκρουση παράδοσης και νεωτερικότητας, και ειδικότερα η ακραία αντιπαράθεση του συγκεντρωτικού κράτους με τις αυτόνομες κοινότητες του ορεινού χώρου. Στην Ήπειρο των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, και στην αιχμή αυτής της σύγκρουσης, ο Γιάννης και ο Θύμιος Ντόβας παίρνουν εκδίκηση για την άγρια δολοφονία του πατέρα τους και κατόπιν ακολουθούν τον μοναδικό δρόμο που τους απομένει: της παρανομίας, της αδιάλλακτης βίας και της αναμέτρησης με τους κρατικούς θεσμούς. Δεμένοι με το αίμα των δεκάδων θυμάτων τους και εξασκημένοι να επιβιώνουν ο ένας δίπλα στον άλλον ακόμα και στις σφοδρότερες αντιθέσεις τους, θα παραμείνουν ενωμένοι όχι μόνον στην ακμή τους –όταν και με τη σκόπιμη σύμπραξη παραγόντων του «αστικού κράτους» θα αναδειχθούν σε φόβητρο όλης της περιοχής–αλλά και στην παρακμή και το μοιραίο τέλος τους.
Η ιστορία των ληστών εμπνέεται από αληθινά γεγονότατης ζωής των αδελφών Ρέτζου (Ρετζαίων), συνδυάζει τη νουάρ ατμόσφαιρα με την ηθογραφία, τη μαφιόζικη δράση με την ελληνική εκδοχή της γουέστερν κουλτούρας, τον ληστρικό «κώδικα τιμής» με τη διαφθορά της εξουσίας, το ιστορικό αφήγημα με τις σύγχρονες μορφές του οργανωμένου εγκλήματος. Ωστόσο, στον πυρήνα της βρίσκονται δύο παράνομοι, τους οποίους όλα τα κοινωνικά στρώματα βοήθησαν και «χρησιμοποίησαν» από φόβο, από σεβασμό ή από συμφέρον, χωρίς να προβλέψουν τη δίχως όρια πορεία τους. Δύο άνθρωποι με τραγικό πεπρωμένο, που κατάφεραν να αναρριχηθούν στην πιο απρόσιτη κορυφή του βουνού και, αντί να απολαύσουν τη θέα από ψηλά, βούτηξαν στο κενό νοσταλγώντας την εθιστική αίσθηση της ανάβασης.
Αψείς και βαριές οι σκιές του ασπρόμαυρου σχεδίου του Γούση, όπως οι οροσειρές της Ηπείρου όπου λουφάζουν οι λήσταρχοι Ντοβαίοι, ακριβής και ανατομική η ματιά του Ράγκου στη σύνθεση της ιστορίας. Εξ αφορμής της εκδίκησης που θέλουν να πάρουν ο Γιάννης και ο Θύμιος για τον φόνο του πατέρα τους, οι δύο δημιουργοί παραδίδουν μια ηθογραφία της ελληνικής υπαίθρου στην εποχή της ληστοκρατίας, στο φόντο των πολλαπλών συγκρούσεων που κυοφορεί ο 20ός αιώνας για το ελληνικό κράτος.
Αριστούργημα! Ο Γούσης είναι χωρίς αμφιβολία ενα από τα μεγαλύτερα ταλέντα στην ελληνική σκηνή. Η μαγική πένα του συντροφιά με τον Γιάννη Ράγκο μας δίνουν ένα ακόμα αψεγάδιαστο graphic novel που με την αμεσότητά του αλλά και την έρευνα που έχει προηγηθεί θα πρέπει να μπει σε κάθε βιβλιογραφία της κοινωνικής ιστορίας της ληστείας στην Ελλάδα (εκτός βέβαια από την θέση του στο διαρκώς διογκούμενο ράφι με ελληνικά graphic novels που πρέπει να ταξιδέψουν το συντομότερο στο εξωτερικό)!
Σημείωση: για όσους στεναχωρήθηκαν για την άδοξη παύση του περιοδικού "μπλε κομήτης" να σημειώσουμε ότι ο παρών τόμος συλλέγει και επεκτείνει την ιστορία που είχε δημοσιευθεί σε συνέχειες εκεί. Περιμένουμε με αγωνία και τον β' τόμο που θα κλείσει την δραματική ζωή των αδελφών Ντόβα.
Τα τελευταία χρόνια τα ελληνικά comics τα απασχολεί όλο και περισσότερο το παρελθόν και ιδιαίτερα η ελληνική ιστορία. Η μεγάλη πλειοψηφία αυτών των έργων αναπλάθουν το παρελθόν με δημιουργικό τρόπο και κριτική ματιά, μακριά από τις κοινοτοπίες του κυρίαρχου ιστορικού αφηγήματος και από εθνικιστικές κορώνες. Στην πλειοψηφία τους τα σύγχρονα ελληνικά comic ανατρέχουν στο παρελθόν για να διηγηθούν -μυθοπλαστικές ή όχι- ιστορίες, με ερευνητική διάθεση, δημιουργικό πνεύμα και νηφαλιότητα, ακόμα και όταν αναμετρώνται με αμφιλεγόμενα θέματα και περιόδους που τείνουν να δημιουργούν εντάσεις στο δημόσιο διάλογο, όπως η επανάσταση του 1821 (σε αυτό το θέμα ξεχωρίζει το 1800 του Θανάση Καραμπάλιου), ο Εθνικός Διχασμός (με την ερευνητική και δημιουργική δουλειά του Θανάση Πέτρου στους Όμηρους του Γκαίρλιτς), η περίοδος της Κατοχής και του Εμφυλίου (το Ένα Γλυκό Ξημέρωμα και το Τέρμινους είναι ίσως τα σημαντικότερα δημιουργήματα για τις δύο περιόδους αντίστοιχα), ακόμα και το Βυζάντιο (όπου βλέπουμε πώς μία εν πολλοίς «σκοτεινή» περίοδος μπορεί να εμπνεύσει ένα πολύχρωμο παραμύθι, όπως είναι το Ψηφιδωτό). Φυσικά τα προαναφερθέντα comics είναι μόνον ένα δείγμα εκείνων των έργων της ελληνικής comic σκηνής που διηγούνται ή αναπλάθουν ιστορίες του παρελθόντος, αφού ένας εξαντλητικός κατάλογος αυτών θα μας έβγαζε εκτός θέματος, στο επίκεντρο του οποίου βρίσκονται οι ληστές Ληστές, ένα comic που κι αυτό εντάσσεται -με μυθοπλαστική διάθεση- σε εκείνα τα comics τα οποία αναπλάθουν το ελληνικό παρελθόν και το χρησιμοποιούν σαν πρώτη ύλη για τη διήγηση της comic ιστορίας τους.
Οι «Ληστές» ήταν μία ιδέα του Γιώργου Γούση την οποία τελικά υλοποίησε με την πολύτιμη σεναριακή συνεισφορά του Γιάννη Ράγκου. Οι δυο τους είχαν συνεργαστεί και στο παρελθόν πολύ επιτυχημένα στον Ερωτόκριτο (μαζί και με τον Δημοσθένη Παπαμάρκου), αλλά και στην επιμέλεια του Μπλε Κομήτη, του οποίου την αρχισυνταξία είχε αναλάβει ο Γούσης. Στις σελίδες του Μπλε Κομήτη μάλιστα γνωρίσαμε τους Ληστές, της ιστορίας των οποίων φιλοξενήθηκαν τα πρώτα κεφάλαια. Τελικά, μετά και το απρόσμενο κλείσιμο του περιοδικού, οι Ληστές ακολούθησαν το δικό τους αυτόνομο δρόμο, κυκλοφορώντας τον πρώτο τόμο (από τους δύο) της ιστορίας τους από τις εκδόσεις Polaris.
Η πλοκή των «Ληστών» εκτυλίσσεται στην Ήπειρο των αρχών του 20ου αιώνα και αφορά δύο αδέρφια, τους Ντοβαίους, οι οποίοι, με σκοπό να εκδικηθούν για το φόνο του πατέρα τους, βγαίνουν στην παρανομία και κρύβονται στα βουνά της Ηπείρου. Εκεί θα σχηματίσουν μία ληστρική συμμορία και το όνομα τους θα γίνει ξακουστό στην Ήπειρο, ενώ η χρόνια αδυναμία των αρχών να τους εντοπίσουν και να τους σταματήσουν θα ταξιδέψει τη φήμη τους μέχρι και στην Αθήνα.
Οι δημιουργοί του comic ασχολούνται με το φαινόμενο της ληστείας, ένα ιστορικό φαινόμενο που είχε σημαντική παρουσία γενικώς στα Βαλκάνια αλλά και στην ελληνική επαρχία. Πρόκειται για ένα περιφερειακό θέμα της ελληνικής ιστορίας όμως με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και είναι πολύ εύστοχη η επιλογή του για μία comic ιστορία που συνδυάζει ηθογραφία, δράση, σκοτεινή ατμόσφαιρα και μία ελληνικού τύπου γουέστερν αισθητική. Επίσης δεν είναι κι ένα θέμα με το οποίο δεν έχει ασχοληθεί αρκετά η ελληνική μυθοπλασία σε όλες τις μορφές της και πόσο μάλλον τα ελληνικά comics. Διαβάζοντάς το πάντως μου θύμισε μία εξαιρετική θεατρική παράσταση, το MUTE, με θέμα κάποιους ληστές των βουνών του Ολύμπου στις αρχές του 20ου αιώνα με παρόμοια χαρακτηριστικά με τους Ντοβαίους.
Οι αδερφοί Ντόβα αποτελούν μεν μυθοπλαστικούς χαρακτήρες, όμως η ιστορία τους είναι εμπνευσμένη απ’ τους αδερφούς Ρέντζου (Ρεντζαίους), δύο ξακουστούς ληστές της Ηπείρου εκείνης της εποχής. Οι δημιουργοί του comics άλλαξαν τα ονόματα των πρωταγωνιστών προκειμένου να αποκτήσουν μεγαλύτερη δημιουργική ελευθερία στην πλοκή της υπόθεσής τους, όμως διατήρησαν στην αφήγησή τους τον πυρήνα της αληθινής ιστορίας των Ρεντζαίων. Τις πληροφορίες τους για την εποχή τις άντλησαν από μία ενδελεχή έρευνα ιστορικών μελετών αλλά και πρωτογενών πηγών της περιόδου που έδρασαν οι Ρεντζαίοι στην Ήπειρο. Έτσι απέκτησαν το απαραίτητο υλικό προκειμένου να διηγηθούν μία παρόμοια -μυθοπλαστικού χαρακτήρα- ιστορία και να την εντάξουν αυτή στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής με ιστορική ακρίβεια.
Πέραν των τεκμηρίων της εποχής όμως, οι δημιουργοί μελέτησαν ευρύτερα και το φαινόμενο της ληστοκρατίας και ιδιαίτερα της «κοινωνικής ληστείας» όπως το έχει αναδείξει στο ομότιτλο έργο του ο εμβληματικός σύγχρονος ιστορικός Eric Hobsbawm. Η έρευνα και η ερμηνεία του Hobsbawm αναδεικνύουν τα δαιδαλώδη μονοπάτια ανάπτυξης της ληστείας σε αγροτικές κοινωνίες, η οποία άκμασε παράλληλα με την ανάπτυξη του καπιταλισμού, συγκροτώντας πυρήνες εξουσίας αντίπαλους της κεντρικής κρατικής εξουσίας, οι οποίοι διαμορφώνονταν σε βουνά και γενικώς δύσβατες περιοχές, στις οποίες το κεντρικό κράτος αδυνατούσε να ασκεί συνεχή έλεγχο και να επιβάλλει το νόμο του. Η κάλυψη αυτού του κενού εξουσίας έδινε στους ληστές τη δυνατότητα να αναπτύσσουν ισχυρούς δεσμούς με τις τοπικές κοινωνίες, να κερδίζουν τη στήριξή τους (αφού πολλές φορές προέρχονταν κι απ’ το ίδιο χωριό στο οποίο δρούσαν) και να χτίζουν τελικά μεγάλη τοπική ισχύ. Πρόκειται για κοινωνικά φαινόμενα απ’ τα οποία απουσιάζουν τα μανιχαϊστικά δίπολα του «καλού» και του «κακού», αφού ο ληστής, που από τους άρχοντες χαρακτηριζόταν «κακούργος» και «εγκληματίας», στα μάτια των συγχωριανών του φάνταζε ήρωας, προστάτης ή ακόμα και αγωνιστής της δικαιοσύνης. Το φαινόμενο της κοινωνικής ληστείας γέννησε ισχυρά σύμβολα (όπως ο θρύλος του Ρομπέν των Δασών, του -κατά Hobsbawm- «ευγενή ληστή») τα οποία μέσω της προφορικής παράδοσης των αγροτικών κοινωνιών σχημάτισαν τοπικούς μύθους που τελικά απέκτησαν οικουμενικό χαρακτήρα.
Στοιχεία του φαινομένου της κοινωνικής ληστείας εντοπίζονται και στην ιστορία των αδερφών Ντόβα, όπως τη διαπλάθουν οι Γούσης και Ράγκος, χωρίς βέβαια να παρουσιάζονται ως Ρομπέν των Δασών. Τα δύο αδέρφια έγιναν ληστές ακολουθώντας έναν ευγενή ηθικό κώδικα, ο οποίος τους δημιούργησε το συνειδησιακό χρέος να εκδικηθούν για την δολοφονία του πατέρα τους. Και παρ’ όλο που έζησαν στην παρανομία και ζούσαν απ’ το έγκλημα, ποτέ τους δεν διέρρηξαν τους δεσμούς τους με την τοπική κοινωνία, η οποία τους υποστήριζε (κρυφά ή φανερά). Αυτό το χρωστούν και στον αυστηρό ηθικό κώδικα που ανέπτυξαν στα βουνά, ο οποίος δεν τους απέτρεπε μεν απ’ τη διάπραξη εγκλημάτων με σκοπό την εξασφάλιση χρημάτων, όμως τους απαγόρευε την κατάχρηση της εξουσία τους απέναντι στα θύματά τους και ιδιαίτερα απέναντι στις γυναίκες. Παρατηρώντας αυτό το φαινόμενο ο Hobsbawm σχολιάζει ότι «η κακοποίηση των γυναικών είναι ένας σίγουρος τρόπος να γίνεις αντιδημοτικός» και ακόμα και γι’ αυτό το λόγο «οι ληστές που στηρίζονται στη λαϊκή υποστήριξη ή συναίνεση πρέπει να συγκρατούν τα ένστικτά τους». Πάντως οι Ντοβαίοι γενικώς, ακόμα και όταν είχαν υπό την εξουσία τους πολύ πλούσιους ομήρους, προσπαθούσαν να ολοκληρώσουν την αποστολή τους όσο το δυνατόν πιο αναίμακτα και τηρώντας το λόγο τους στα θύματά τους, στο βαθμό τουλάχιστον που ήταν στο χέρι τους αυτό. Παρ’ όλα αυτά όμως θα ήταν λάθος η εξιδανίκευσή τους. Απ’ την παραβατική ζωή τους στα βουνά δεν λείπουν και οι σκοτεινές πτυχές στην ιστορία τους, τα βίαια ξεσπάσματα, οι δολοπλοκίες, ακόμα και η συνεργασία με πλούσιους παράγοντες της τοπικής κοινωνίας. Τίποτα στη ζωή των Ληστών δεν είναι άσπρο – μαύρο κι αυτό καθιστά ακόμα πιο ελκυστική την ιστορία τους.
Το σχέδιο του Γιώργου Γούση κερδίζει την προσοχή του αναγνώστη απ’ την πρώτη ματιά. Ξεχωρίζει για τη ρεαλιστική του απεικόνιση, τη σκοτεινή ατμόσφαιρα, την εστίαση στα πρόσωπα, τα παιχνίδια του φωτισμού και των σκιάσεων στο ασπρόμαυρο σχέδιο αλλά και για τη λεπτομέρεια στις ενδυμασίες, στα αντικείμενα και στα τοπία προκειμένου να εικονογραφηθεί με ιστορική ακρίβεια η εποχή. Η επιλογή του ασπρόμαυρου μοιάζει περισσότερο συνειδητή παρά λύση (οικονομικής) ανάγκης, καθώς η σκοτεινή ατμόσφαιρα που ευνοεί το ασπρόμαυρο σχέδιο δένει αρμονικά με την ιστορία εκδίκησης και με την δράση των Ντοβαίων στα δύσβατα βουνά της Ηπείρου.
Το έργο ως σύνολο (ή μάλλον ως κομμάτι του συνόλου που θα ολοκληρωθεί με το β’ τόμο της ιστορίας) αποτελεί μία απ’ τις πιο αξιόλογες δουλειές comic που έχουν κυκλοφορήσει τα τελευταία χρόνια. Είναι μία πρωτότυπη ιστορία, αναμετράται με ένα σχετικά άγνωστο σημείο του ελληνικού παρελθόντος, διαθέτει ηθογραφικό χαρακτήρα αλλά και αφήγηση με σασπένς και τέλος ξεχωρίζει για το όμορφο και προσεγμένο σχέδιό του. Είναι ένα απ’ αυτά τα comics που έχει όλα τα προσόντα για να μεταφραστεί και να κυκλοφορήσει και στο εξωτερικό, έτσι ώστε να μην περιορίζεται στα (δυστυχώς) στενά περιθώρια του ελληνικού αναγνωστικού κοινού.
Κλείνοντας όμως, ας προβληματιστούμε με μία λίγο πιο απαισιόδοξη σκέψη: οι Ληστές παρουσιάστηκαν στο κοινό μέσα από τις σελίδες του Μπλε Κομήτη (όπως και άλλα έργα που έχουν μείνει μέχρι στιγμής ημιτελή όπως τα Γυμνά Οστά και η Άρπη). Όμως τώρα που δεν κυκλοφορεί πια ο Μπλε Κομήτης και η ελληνική comic σκηνή έχει μείνει και πάλι χωρίς περιοδικό υψηλού καλλιτεχνικού επιπέδου (και budget) θα μπορούν με την ίδια δυναμική να ξεκινούν οι καλλιτέχνες μας τέτοια μεγάλα projects με πρωτότυπες ιστορίες που χρειάζονται χρόνο, κόπο και εκδοτικούς οίκους πρόθυμους να τολμήσουν να τα πληρώσουν και να τα τυπώσουν; Δυστυχώς η απώλεια του Μπλε Κομήτη δεν μας στέρησε μόνο την ευκαιρία να έχουμε ένα τακτικά εκδιδόμενο περιοδικό comics, αλλά και την προοπτική για πολλαπλάσιες δουλειές τέτοιου υψηλού επιπέδου. Το ταλέντο δεν λείπει καθόλου απ’ την ελληνική comic σκηνή, αλλά απ’ την άλλη το ταλέντο από μόνο του δεν μπορεί να συντηρεί τους καλλιτέχνες.
Πολύ ωραίο κόμικ. Πολύ κοντά στα ιστορικά στοιχεία, τουλάχιστον οποία από αυτά έχω διαβάσει! Περιμένω το δεύτερο μέρος και ελπίζω να μην είναι τόσο σκούρο σε κάποια σημεία για να διακρίνω καλύτερα τους ήρωες!
Άνετα ανάμεσα στα [λίγα] κόμικς της χρονιάς, οι Ληστές των Γούση/Ράγκου που γνωρίσαμε στον Μπλε Κομήτη κάνουν την αυτοτελή τους εμφάνιση στα βιβλιοπωλεία και πολύ, πολύ καλά κάνουν. Αρχές 20ου αιώνα, ληστές της Ηπείρου, πιστολίδια, συμμορίες, σκοτεινιά, φονικά, όλα τα καλά παίζουν στην ιστορία των αδερφών Ντόβα.
Σεναριακά, η υπόθεση έχει μεγάλο ενδιαφέρον και ως μυθοπλαστικό κομμάτι ιστορίας και ως... well, υπόθεση. Είναι βασισμένη μάλιστα σε πραγματικά γεγονότα [κάντε μια αναζήτηση για "Αδερφούς Ρετζαίους"], όχι πως αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία εδώ.
Σχεδιαστικά, ο Γιώργος Γούσης έχει κάνει για άλλη μια φορά εξαιρετική δουλειά στους Ληστές. Είναι οι σκιάσεις και ο φωτισμός του που βοηθούν τα πρόσωπα να αποκτήσουν χαρακτήρα και που μεταδίδουν άψογα την αγωνία της ιστορίας των Ντοβαίων. Επίσης, είμαι απόλυτα πεπεισμένος πως δε θα είχα ευχαριστηθεί ακριβώς το ίδιο τις σελίδες του κόμικ με έγχρωμο σχέδιο.
Ανάμεσα στις δεκάδες κομιξικές μεταφορές βιβλίων που έχουμε δει και θα συνεχίσουμε να βλέπουμε τα επόμενα χρόνια, οι πρωτότυπες ιστορίες όπως οι Ληστές όχι μόνο αξίζουν την προσοχή σας, αλλά την απαιτούν. Τσακώστε τους σήμερα κιόλας.
Πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, και τιμιότατο artwork! Μου αρεσε πολυ η επιλογή της noir απεικόνισης. Αναρωτιεμαι αν θα κυκλοφορήσει any time soon part two!
Οι αδερφοί Ντόβα αποτελούν μεν μυθοπλαστικούς χαρακτήρες, όμως η ιστορία τους είναι εμπνευσμένη απ’ τους αδερφούς Ρέντζου (Ρεντζαίους), δύο ξακουστούς ληστές της Ηπείρου εκείνης της εποχής. Οι δημιουργοί του comics άλλαξαν τα ονόματα των πρωταγωνιστών προκειμένου να αποκτήσουν μεγαλύτερη δημιουργική ελευθερία στην πλοκή της υπόθεσής τους, όμως διατήρησαν στην αφήγησή τους τον πυρήνα της αληθινής ιστορίας των Ρεντζαίων. Τις πληροφορίες τους για την εποχή τις άντλησαν από μία ενδελεχή έρευνα ιστορικών μελετών αλλά και πρωτογενών πηγών της περιόδου που έδρασαν οι Ρεντζαίοι στην Ήπειρο. Έτσι απέκτησαν το απαραίτητο υλικό προκειμένου να διηγηθούν μία παρόμοια -μυθοπλαστικού χαρακτήρα- ιστορία και να την εντάξουν αυτή στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής με ιστορική ακρίβεια.
Πέραν των τεκμηρίων της εποχής όμως, οι δημιουργοί μελέτησαν ευρύτερα και το φαινόμενο της ληστοκρατίας και ιδιαίτερα της «κοινωνικής ληστείας» όπως το έχει αναδείξει στο ομότιτλο έργο του ο εμβληματικός σύγχρονος ιστορικός Eric Hobsbawm. Η έρευνα και η ερμηνεία του Hobsbawm αναδεικνύουν τα δαιδαλώδη μονοπάτια ανάπτυξης της ληστείας σε αγροτικές κοινωνίες, η οποία άκμασε παράλληλα με την ανάπτυξη του καπιταλισμού, συγκροτώντας πυρήνες εξουσίας αντίπαλους της κεντρικής κρατικής εξουσίας, οι οποίοι διαμορφώνονταν σε βουνά και γενικώς δύσβατες περιοχές, στις οποίες το κεντρικό κράτος αδυνατούσε να ασκεί συνεχή έλεγχο και να επιβάλλει το νόμο του. Η κάλυψη αυτού του κενού εξουσίας έδινε στους ληστές τη δυνατότητα να αναπτύσσουν ισχυρούς δεσμούς με τις τοπικές κοινωνίες, να κερδίζουν τη στήριξή τους (αφού πολλές φορές προέρχονταν κι απ’ το ίδιο χωριό στο οποίο δρούσαν) και να χτίζουν τελικά μεγάλη τοπική ισχύ. Πρόκειται για κοινωνικά φαινόμενα απ’ τα οποία απουσιάζουν τα μανιχαϊστικά δίπολα του «καλού» και του «κακού», αφού ο ληστής, που από τους άρχοντες χαρακτηριζόταν «κακούργος» και «εγκληματίας», στα μάτια των συγχωριανών του φάνταζε ήρωας, προστάτης ή ακόμα και αγωνιστής της δικαιοσύνης. Το φαινόμενο της κοινωνικής ληστείας γέννησε ισχυρά σύμβολα (όπως ο θρύλος του Ρομπέν των Δασών, του -κατά Hobsbawm- «ευγενή ληστή») τα οποία μέσω της προφορικής παράδοσης των αγροτικών κοινωνιών σχημάτισαν τοπικούς μύθους που τελικά απέκτησαν οικουμενικό χαρακτήρα.
Το έργο ως σύνολο (ή μάλλον ως κομμάτι του συνόλου που θα ολοκληρωθεί με το β’ τόμο της ιστορίας) αποτελεί μία απ’ τις πιο αξιόλογες δουλειές comic που έχουν κυκλοφορήσει τα τελευταία χρόνια. Είναι μία πρωτότυπη ιστορία, αναμετράται με ένα σχετικά άγνωστο σημείο του ελληνικού παρελθόντος, διαθέτει ηθογραφικό χαρακτήρα αλλά και αφήγηση με σασπένς και τέλος ξεχωρίζει για το όμορφο και προσεγμένο σχέδιό του. Είναι ένα απ’ αυτά τα comics που έχει όλα τα προσόντα για να μεταφραστεί και να κυκλοφορήσει και στο εξωτερικό, έτσι ώστε να μην περιορίζεται στα (δυστυχώς) στενά περιθώρια του ελληνικού αναγνωστικού κοινού.
Το κόμικ των Γούση και Ράγκου δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τα μεγάλα εικονογραφημένα αφηγήματα που αποτελούν εκδοτικά γεγονότα στο Βέλγιο ή τη Γαλλία. Σπουδαία ιστορία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα και δομημένη σε σφιχτοδεμένο σενάριο, μαύρα ζοφερά κάδρα πο�� παραπέμπουν περισσότερο σε νουαρ της πόλης παρά σε αιματηρή ιστορία της επαρχίας και των βουνών, και ζωντανοί χαρακτηρες γεμάτοι πάθη, αγωνίες και λάθη. Πραγματικό αριστούργημα. Ευτυχώς που είναι μόνο το πρώτο μέρος και θα έχει και συνέχεια.
Ένα υπέροχο, ολοκληρωμένο έργο. Ένα comic με θέμα την ληστοκρατια του 1930 στην Ελλάδα. Ωραίο το σενάριο βασισμένο σε αληθινούς ληστές της Ηπείρου και το σχέδιο ακολουθεί το θέμα και το εξυψωνει!