Διαβάζοντας το οπισθόφυλλο, απορείς πραγματικά πώς ο Μακρόπουλος (παρότι μετρ του λακωνίζειν) θα μπορέσει να στριμώξει σε 75 σελίδες, μια δυστοπία όπου η πλειονότητα των ανθρώπων αλλά και των επιτευγμάτων τους θα σαρωθεί από την άνοδο της στάθμης της θάλασσας και έναν εξωγήινο(?) ιό. Ξέχασα βέβαια ότι ο συγγραφέας του Μαύρου Νερού δε θα αναλωθεί (προφανώς) σε σεισμούς, λιμούς, καταποντισμούς και χολιγουντιανές σεκάνς πλημμυρίδων.
Το θέμα μου άρεσε. Η θάλασσα, πάει καιρός που δεν είναι για τους ανθρώπους το στοιχειό που καταπίνει σκούνες και ξεκληρίζει οικογένειες, με τις χήρες να αγναντεύουν δακρυσμένες το καράβι που δεν επέστρεψε ποτέ. Περισσότερο είναι πια ευχάριστο φόντο για ινσταγκραμικές φωτό με γυναικεία πόδια, βιβλία, καρδούλες σχηματισμένες με δάχτυλα κ.λπ. Εδώ όμως, συνδυασμένη με μια εξωπλανητική πανδημία, αφανίζει το ανθρώπινο είδος, εκτός από όσους έχουν μια γονιδιακή μετάλλαξη.
Ο συγγραφέας αποδεικνύει ότι μπορεί να χειριστεί ένα κλισέ και τρομολάγνο θέμα με απίστευτο λυρισμό και βαθύτερα νοήματα. Στιβαρές περιγραφές και λίγες κουβέντες, χωρίς λέξεις ατάκτως ερριμένες για να γεμίσουν σελίδες. Έχει τον πλήρη έλεγχο της πλοκής, δίνοντας τροφή για σκέψεις βιοηθικής και γενετικής «τόσο όσο». Παρότι όμως πίστευα ότι οι λυρικές, νατουραλιστικές περιγραφές θα ήταν το προσόν μιας μικρής νουβέλας, χωρίς να αφήσουν τον συγγραφέα να χαθεί σε μακροσκελείς αποτυπώσεις τοπίων και σκέψεων, εδώ γυρνάει λίγο μπούμερανγκ. Λείπει η απίστευτη σύγκρουση χαρακτήρων του Μαύρου Νερού, ενώ οι πρωταγωνιστές, σε μια προσπάθεια να λάβουν μια οικουμενική χροιά, γίνονται χάρτινοι, δεν ταυτίζεσαι μαζί τους, δε σε πείθουν τα λόγια και τα έργα τους.
Οι συμβολισμοί είναι αναμφίβολα έξυπνοι. Η αντιστροφή καταστάσεων είναι πετυχημένη (οι «μεταλλαγμένοι» είναι ο περιούσιος λαός και τα έγκατα της γης είναι πιο φιλόξενα από την ηλιόλουστη επιφάνεια) όμως δε σε βυθίζει σε μια ευχάριστη ονειροπόληση, αφού πιάνεις τον εαυτό σου να γυρίζει τις σελίδες αναζητώντας το κάτι. παραπάνω.
Τελειώνοντας, σου μένει η επίγευση ότι το κείμενο θα αποτελούσε έναν πολύ καλό σκελετό για μια ψαγμένη δυστοπική ταινία, όχι όμως για μια νουβέλα ενός (πράγματι)πολύ καλού συγγραφέα.