Αψηφώντας την πατρική κατάρα, ο δημοφιλής μετεωρολόγος Μάριος Τσόχος, γιος φαροφύλακα, επιστρέφει στη γενέτειρά του κινημένος από ερωτική ελπίδα. Έρχεται αντιμέτωπος με ένα άγνωστο, μιαρό παρελθόν και με την τοπική κοινωνία, που τον θεωρεί στιγματισμένο. Οι αναλαμπές του φάρου, στα έγκατα του οποίου περνάει μια κρίσιμη νύχτα, φωτίζουν διακεκομμένα την έως τώρα ύπαρξή του και τον αναγεννούν. Πόσο σκοτάδι έσβησαν πόσες αναλαμπές.
Giannis Makridakis (gr: Γιάννης Μακριδάκης) was born in Chios in 1971 and studied mathematics. He organizes research and educational programmes and edits publications for the Chios Studies Centre, which he founded in 1997. He edits the three-monthly magazine Pelinnaio and has published two books on the history of Chios. His first novel Anamisis Denekes, published by Hestia in 2008, is already in its fourth edition and translated into Turkish.
Στενοχωριέμαι ο Γιάννης Μακριδάκης είναι από τους αγαπημένους μου Έλληνες συγγραφείς, τον παρακολουθώ, τον διαβάζω, τον περιμένω κάθε φορά με αγωνία. Ωστόσο είναι το δεύτερο σερί βιβλίο του που δε βρίσκω κανένα σημείο επαφής. Αυτό που με προβληματίζει περισσότερο είναι ότι κλείνοντας και αυτό το βιβλίο δεν μπορούσα να καταλήξω αν μου άρεσε ή όχι γιατί πολύ απλά δεν κατάλαβα τι γράφει και τι ήθελε να πει. Δεν ξέρω ίσως ξεπέρασα τον αρχικό ενθουσιασμό που μου προκαλούσε η ιδιαιτερότητα της γραφής του και δε θέλω να το παραδεχτώ. Από μένα αυτό το βιβλίο είναι pass.
Τελειώνοντας το Ενάμισι δευτερόλεπτο φως με κατέκλυσε ένα κύμα συγκίνησης, ένιωσα ευγνωμοσύνη, γέμισα φως, πίστεψα στο καλό και στον άνθρωπο. Ότι ακριβώς είχα νιώσει δηλαδή τελειώνοντας το Όλα για καλό και τη Δεξιά τσέπη του ράσου. Δεν μπορώ λοιπόν παρά να σκεφτώ πως τα τρία αυτά βιβλία αποτελούν μια τριλογία, την τριλογία της πίστης στον άνθρωπο. Γιατί όπως λέει κι ένας άλλος ήρωας του Μακριδάκη: "Δεκαπέντε χρόνια έψαχνα τον τρόπο να επικοινωνήσω με τον Θεό, αλλά τελικά κατάλαβα ότι το μόνο που αξίζει στη ζωή είναι να επικοινωνείς με τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι ο Θεός".
Περισσότερα για τη νουβέλα παρακάτω: (το παρακάτω κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στον ιστότοπο www.bookandart.gr του βιβλιοπωλείου Book and Art το οποίο βρίσκεται στη Μυτιλήνη)
«Ενάμισι δευτερόλεπτο φως» −ή αλλιώς «Ο Φάρος», όπως το αποκαλούν μεταξύ τους οι αναγνώστες− ονομάζεται το τελευταίο και δωδέκατο κατά σειρά λογοτεχνικό έργο του Χιώτη συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη. Ένας φάρος απεικονίζεται στη φωτογραφία που κοσμεί το εξώφυλλο της νέας του νουβέλας, ένας φάρος πρωταγωνιστεί και στη μικρή σε έκταση, μα μεγάλη σε νοήματα ιστορία που είναι γραμμένη στις σελίδες της. Ανέκαθεν οι φάροι, και λόγω της επιβλητικής εμφάνισης τους, αλλά και λόγω της απόμακρης θέσης τους, ασκούσαν ιδιαίτερη γοητεία κι ενέπνεαν τους ανθρώπους, ψιθυρίζοντάς τους ιστορίες γεμάτες μυστήριο και κρυμμένα μυστικά για ότι θα μπορούσε να εκτυλίσσεται στο εσωτερικό τους, μακριά από τα βλέμματα και το φως του έξω κόσμου. Η ατμόσφαιρα ενός φάρου ήταν λοιπόν αυτή που ενέπνευσε και το Γιάννη Μακριδάκη και πιο συγκεκριμένα η ατμόσφαιρα του αγαπημένου του φάρου στο ακρωτήρι Κάβο Πάπας της Ικαρίας. Σύμφωνα με τον ίδιο, η τελευταία του νουβέλα είναι μία σύνθεση βιωμάτων και ιστοριών που άκουσε, εμπνεύστηκε κι επινόησε κατά την εξάμηνη περσινή του διαμονή στην Ικαρία. Η ιστορία εκτυλίσσεται σε κάποιο νησί του Αιγαίου και πρωταγωνιστές αυτής είναι ένας ερημικός φάρος χτισμένος σε κάποιο ακρωτήρι του νησιού, ο φαροφύλακας βάρδιας Ιπποκράτης Κοκκινογένης ή Τιμάριθμος, η γαϊδουρίτσα υπηρεσίας, η Κοκώνα και ο διάσημος μετεωρολόγος Μάριος Τσόχος ή Καιρός, ο οποίος επισκέπτεται το φάρο μια ζεστή μέρα του Ιουλίου του 2017. Ο ίδιος ο συγγραφέας προλογίζοντας τη νουβέλα, χαρακτήρισε την ιστορία τραχιά μα και συνάμα τρυφερή και είχε απόλυτο δίκιο. Σκοτεινά μυστικά βγαίνουν στο φως, το δίπτυχο σκοτάδι-φως, μεταφορικά και κυριολεκτικά, διατρέχει όλη τη νουβέλα. Από τη μία πλευρά, η αγάπη, ο έρωτας, η κοριτσίστικη ομορφιά και η ομορφιά της φύσης, οι αναλαμπές του φάρου, η ημέρα, η ελπίδα. Από την άλλη πλευρά, η αγριότητα, η προσωποποίηση του κακού, η ασχήμια της ψυχής, το σκοτάδι, η νύχτα, οι χαμένες ζωές, οι χαμένες στιγμές. Οι συνεχείς αυτές αντιθέσεις προκαλούν μια συνεχή εναλλαγή συναισθημάτων στον αναγνώστη: θυμό, λύπη, συμπόνια, αγωνία, ανακούφιση, ευγνωμοσύνη, διάθεση για χαμόγελο, πίστη στο καλό και στον άνθρωπο, πίστη ότι όλα θα λάμψουν ξανά. Ενδεικτικός αυτής της πίστης είναι άλλωστε και ο τίτλος που έχει επιλέξει ο συγγραφέας θέλοντας να δώσει έμφαση στο φως. Στο πέρασμα από το φως στο σκοτάδι κι από το σκοτάδι στο φως συμβάλλει και το συνεχές πήγαινε-έλα στο χρόνο. Τρεις ημέρες ο πραγματικός χρόνος, μα μισός περίπου αιώνας ο αφηγηματικός. Η ιστορία της εξέλιξης του φάρου και του τρόπου λειτουργίας του από τότε που χτίστηκε έως σήμερα, η ιστορία της Κοκώνας που υπηρετεί τους φαροφύλακες για περισσότερα από τριάντα χρόνια, η ιστορία του παράξενου επισκέπτη Μάριου Τσόχου και της οικογένειάς του. Ένα παρελθόν σκληρό κι ένα παρόν τρυφερό κι ελπιδοφόρο. Εκτός από τον έρωτα που λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν, στο παρόν, σημαντικό ρόλο παίζει και ο Τιμάριθμος, ο φαροφύλακας βάρδιας, ο οποίος, με την πρόθεση που έχει να ελαφρύνει το βαρύ κλίμα, λειτουργεί ως ανάσα, ως αναλαμπή φωτός στη μαυρίλα του παρελθόντος. Το βασικό χάρισμα των ιστοριών που αφηγείται ο Γιάννης Μακριδάκης είναι ο τρόπος με τον οποίο τις αφηγείται. Ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται τη γλώσσα καθιστά τον αναγνώστη δέσμιο της ομορφιάς των εικόνων που δημιουργεί και αποτελεί εγγύηση αναγνωστικής απόλαυσης που δεν θέλεις να τελειώσει. Στο «Ενάμισι δευτερόλεπτο φως» αυτό συμβαίνει στο μέγιστο βαθμό. Ο λόγος είναι όπως πάντα μακροπερίοδος. Και μπορεί ο μακροπερίοδος λόγος να είναι απαιτητικός και να επιζητά την πλήρη αφοσίωση του αναγνώστη, μπορεί άλλους αναγνώστες να τους απωθεί κι άλλους να τους κουράζει, στο βιβλίο όμως αυτό ο μακροπερίοδος λόγος δίνει τόσο όμορφο ρυθμό στην ανάγνωση, κάνοντάς την να κυλά τόσο αβίαστα και προς το τέλος να τρέχει σαν ορμητικό ποτάμι που σε παρασύρει. Κι εσύ προσπαθείς να σταματήσεις αυτή τη ροή, καθυστερείς την ανάγνωση ξανά και ξανά γιατί σου αρέσει τόσο πολύ αυτό που διαβάζεις που δεν θέλεις να τελειώσει, κι όσο πλησιάζεις στο τέλος, τόσο περισσότερο προσπαθείς να βάλεις φρένο για να γευτείς για λίγο ακόμη τη γλύκα των λέξεων κι όταν τελικά οι σελίδες τελειώσουν, νιώθεις πως δεν έχεις χορτάσει, πως θα ’θελες να είχε κι άλλο τόσο. Υπάρχουν ιστορίες οι οποίες, αφού κλείσεις το βιβλίο, εξακολουθούν να τριγυρίζουν στο μυαλό σου για μέρες και τότε είναι που αισθάνεσαι πως οι ιστορίες αυτές έχουν αγγίξει την ψυχή σου και δεν μπορείς παρά να νιώσεις ευγνωμοσύνη για τον άνθρωπο που τις έγραψε γιατί χάρη σε αυτόν η ψυχή σου έγινε πιο πλούσια σε συναισθήματα. Ο Γιάννης Μακριδάκης δεν είναι απλά ένας καλός συγγραφέας της εποχής μας, είναι ένας γνήσιος λογοτέχνης που λαξεύει το λόγο τόσο επιδέξια δημιουργώντας αληθινά κομψοτεχνήματα. Το «Ενάμισι δευτερόλεπτο φως» είναι σίγουρα ένα από αυτά. Χαρακτηριστικό απόσπασμα:
[…] ο φάρος πρέπει να παραμείνει όρθιος και να ανάβει κάθε νύχτα, συνέχιζε να λέει ο φαροφύλακας, μπορεί να έχουν πλέον τόσα όργανα πλοήγησης τα σύγχρονα βαπόρια αλλά ο φάρος είναι για τον καπετάνιο μια σταθερά επαλήθευσης ότι τα όργανά του λειτουργούν σωστά, ότι δεν έχουν βλάβη, είναι και η ελπίδα ο φάρος για τον ναυτικό, ένα φως μες στο σκοτάδι, τον βλέπει και ημερεύει∙ πρώτη φορά ένιωσε τότε ο Μάριος Τσόχος τη σημασία την αληθινή της λέξης ημερεύω, γίνομαι μέρα, εξημερώνομαι από τα σκοτάδια μου τα άγρια, έτσι ένιωθε κι εκείνος εκείνες τις στιγμές, ότι εξημερωνόταν∙ […]
Ομολογώ ότι δεν κατάφερα να συντονιστώ με το ρυθμό που ο Μακριδακης προσπάθησε να δώσει με τις μακροσκελείς προτάσεις, και την έλλειψη τελείας. Μάλλον θέλει να σε παρασύρει σε μια φρενήρη ανάγνωση που εμένα μάλλον με εκτροχίασε απ'την ιστορία και όσο και αν προσπάθησα να κρατηθώ στο δρόμο, εντέλει έφυγα στους γκρεμούς εκεί δίπλα στο φάρο.
Ο γιος σου ένας φ��ροφύλακα, μετεωρολόγος πια, επιστρέφει στο νησί του φαροφύλακα πατέρα του για να αναζητήσει τον έρωτά του. Μετά από χρόνια ξαναβλέπει το φάρο όπου στέκεται ακόμα αλώβητος από τους ανέμους και από τον καιρό που ο ίδιος προβλέπει. Το φως του οδηγεί τους ναυτικούς και "σκοτώνει" το σκοτάδι. Το φως του φάρου δεν είναι παρά ένας συμβολισμός για όλα όσα μας έχουν μάθει να κρύβουμε καλά. Η γραφή του Μακριδάκη είναι ιδιόρρυθμη, απαλλαγμένη από κανόνες, δομή γραμματική και συντακτικό. Πληθώρα επιθέτων επιστρατεύονται για να διακοσμήσουν τα πιο απλά χαρακτηριστικά των ηρώων. Δυσκολεύτηκα αρκετά να ακολουθήσω τον ειρμό της ιστορίας αλλά κυρίως την εναλλαγή των προσώπων. Ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που διάβασα το συγκεκριμένο συγγραφέα και δεν υπήρχε εξοικείωση με τη γραφή του. Οι προσδοκίες μου ήταν βέβαια αρκετά υψηλές. Ωστόσο ηθογράφηση των ηρώων πού κρύβονται σε κάθε νησί αλλά και κάθε νησί τους κρύβει γιατί όπως λέει και ο συγγραφέας "η κοινωνία μίλησε καθαρά μεν, μουλωχτά δε" ήταν εξαιρετική. Τα λαογραφικά στοιχεία έδωσαν μία ιδιαίτερη χροιά στους ήρωες ενώ οι περιγραφές των τοπίων παραδόξως ήταν ακριβώς αυτό που έπρεπε για να ολοκληρωθεί το σκηνογραφικό τοπίο. Ένα βιβλίο που κατά τη γνώμη μου είναι δείγμα μοντερνισμού και σε πολλά σημεία μου θύμισε τη γραφή της Καρυστιάνη.
Μετράμε δευτερόλεπτα για να ξανάρθει το φως. Θα χαθεί πάλι. Και μετά θα ξανάρθει. Και πάλι από την αρχή. Κι αν κάτι νομίζουμε ότι δεν το χρειαζόμαστε, μην ξεπερνάμε έτσι εύκολα την παρηγοριά του απλά να υπάρχει.
Ιδιαιτερα ποιητικό ανάγνωσμα , αλλά για μένα το βάρος των μακρών προτάσεων, ολόκληρα κεφαλαία μόνο με άνω τελείες, ήταν κουραστικό . Η ίδια η ιστορία είναι περίεργα γοητευτική αλλά μετά τη μέση δυσκολεύτηκα να κρατήσω επαφή.
Η γνώριμη πια γλαφυρή και ποιητική γραφή του Μακριδάκη. Με μια ιδιορρυθμία αυτή τη φορά. Δεν κατάλαβα τη σκοπιμότητα των μακροσκελών περιόδων. Τις περισσότερες φορές έπρεπε να φτάσεις στο τέλος της σελίδας για να βρεις τελεία και να αποκαταστήσεις τον ρυθμό της αναπνοής σου! Γιατί; Επίσης, η ιστορία του πατέρα και φαροφύλακα, Τσοχοσπύρου δίνεται κάπως επιφανειακά. Δεν με έπεισε όσο θα ήθελα.
Έχοντας μόλις τελειώσει ένα "βαρύ" ανάγνωσμα, το Ναυπηγείο του Ονέτι, η νουβέλα αυτή ήταν σαν να επιστρέφεις σε ένα ευχάριστο, φωτεινό σπιτικό. Το ξεκίνημα, με μια εισαγωγή μακροπερίοδη που κράτησε δυόμιση νομίζω σελίδες μέχρι να βρω την τελεία, άκρως απολαυστική. Η ιστορία ξετυλίγεται και περνά από το ανάλαφρο στο τραγικό όπως τα γυρίσματα του φάρου από το φως στο σκοτάδι. Κάπως βέβαια με κούραζε στιγμές - στιγμές η γραφή με τις τόσο μεγάλες προτάσεις, αλλά ωστόσο με κέρδισε η αφήγηση που πλησιάζει πολλές φορές με τον τραγουδιστό λόγο το παραμύθι. Γιατί ο συγγραφέας είναι ένας γεννημένος παραμυθάς, και ξέρει πως να διηγείται αλήθειες και θρύλους.
«Όταν μου έδωσαν το «Ενάμιση Δευτερόλεπτο Φως», για να με ψήσουν να το διαβάσω μου είπαν ότι διαδραματίζεται στην Ικαρία, αλλά τότε εγώ ξενέρωσα γιατί σκέφτηκα «Πάει, ξέπεσε αυτός. Είδε που το νησί είναι της μόδας και είπε να μπει κι αυτός στον χορό». Όμως, όταν άρχισα να το διαβάζω, είδα ότι αφενός ο Γ.Μ. δεν γράφει πουθενά το όνομα του νησιού, αφετέρου αποφεύγει να κάνει έστω την παραμικρή αναφορά σε κάποιο από τα πασίγνωστα κλισέ που ίσως έκαναν τον αναγνώστη να υποψιαστεί. Μόνο κάποιος που ξέρει καλά την Ικαρία μπορεί να την αναγνωρίσει. Ναι, αυτή είναι, όμως ευτυχώς αυτό δεν έχει σημασία. Το νησί της νουβέλας είναι φανταστικό. Απλά ο Γ.Μ. με την ακρίβεια που τον χαρακτηρίζει, στηρίζεται σε ένα πραγματικό νησί για να στοιχειοθετήσει τη νουβέλα του. Είναι κάτι που κάνουν διαχρονικά οι συγγραφείς, και το πιο καλό παράδειγμα που μου ‘ρχεται στο μυαλό τώρα είναι το νησί του Πρόσπερο στην Τρικυμία του Σαίξπηρ. Το πρότυπό του ήταν, λένε, ένα νησί των Βερμούδων όπου κάποιοι ναυαγοί έζησαν τρομερές περιπέτειες και μεγάλες ψυχικές δοκιμασίες. βρήκα πως το «Ενάμιση Δευτερόλεπτο Φως» είναι ένα πραγματικά πολύ ξεχωριστό βιβλίο. Όπως και ο τόπος της δράσης, που είναι ξεχωριστός ― ένας φάρος ανάμεσα στη στεριά και τη θάλασσα, ανάμεσα στον ουρανό και τη γη, ανάμεσα στη νύχτα και τη μέρα ― όλα στο βιβλίο αυτό είναι ακραία κι οριακά, γεμάτα ένταση και παλμό. Τελικά μάλλον δεν μίλησα τυχαία για τρικυμία και ναυαγούς. Το Ενάμιση Δευτερόλεπτο Φως είναι ― αλληγορικά ― η ιστορία ενός παραλίγο ναυαγίου. Στην πιο κρίσιμη στιγμή, όταν η μοίρα πάει να καταπιεί σύψυχο και αύτανδρο τον ταξιδιώτη, αυτός σώζεται στο τσακ χάρη στην αναλαμπή του φάρου ― 18″ σκοτάδι, 1 ½″ φως. Και τι φως! Μια αστραπή έξι χιλιάδων βατ! Επιφάνια! Μπράβο, κύριε Μακριδάκη. Το Ενάμιση Δευτερόλεπτο Φως είναι ένα μικρό αριστούργημα! Και ευχαριστούμε και για την Κοκώνα 💗» ____________________________________________ Πρωτοδημοσίευσα αυτήν την κριτική το 2020 σε άρθρο ιστολογίου φίλης μου όπου μαζί με άλλους δύο αξιολογήσαμε τρία βιβλία με γεωγραφική αναφορά την Ικαρία: https://islgr.wordpress.com/2020/07/3...
Ένα ακόμη απολαυστικό ανάγνωσμα από τον Γιάννη Μακριδάκη. Σαν μερακλίδικο κέντημα. Ομολογώ πως μετά τις 28 πρώτες σελίδες συντονίστηκα ρυθμικά με το βιβλίο, χωρίς να με παρασύρει η μακροπερίοδος γραφή και να χάνω τις μικρές υπέροχες "βελονιές" που στολίζουν και συγκρατούν το νήμα της αφήγησης. Πρωτότυπο θέμα, γλυκύτατη προσέγγιση, ζωντανές εικόνες. Με συγκίνησε.
Υ.Γ. Καλή άσκηση για τους αναγνώστες που δεν διακόπτουμε ένα βιβλίο αν δεν συναντήσουμε τελεία.
Αποφάσισα να είναι το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα που θα ξεκινήσω για να γνωρίσω την γραφή του, καθώς έχω μια μικρή «εμμονή» με τους φάρους και είχα ακούσει τόσα για εκείνον. Το διάβασα ακούραστα, παρά την ιδιαιτερότητα που έχει χωρίς πολλά σημεία στίξης. Το προτείνω σε όποιον θέλει να διαβάσει κάτι ξεχωριστό στο σύνολο και όχι μόνο αναφορικά με την ιστορία που ξετυλίγεται.
Δεν με κέρδισε. Τεράστιες προτάσεις και συχνές επαναλήψεις της πλοκής ένιωσα να με κουράζουν. έχει ωστόσο μικρές πινελιές που σου μένουν. Κραταω την σημασία που έχει το ελάχιστο φως. Αυτό που μέσα στο απόλυτο σκοτάδι αρκεί, για να φωτίσει γύρω σου, αλλά και εσένα τον ίδιο.
Το Γιάννη Μακριδάκη τον αγαπώ, τον θεωρώ εξαιρετικά ταλαντούχο, με πολλή όμορφη γραφή. Αυτή τη φορά όμως, δεν τα κατάφερε να με κερδίσει. Με κούρασαν απίστευτα πολύ οι τεράστιες προτάσεις, σελίδες ολόκληρες χωρίς τελείες. Νομίζω κατάλαβα τι ήθελε να κάνει, αλλά δε νομίζω πως το πέτυχε. Και δυστυχώς, ήταν και η ιστορία του κάπως αδύναμη, ώστε να του συγχωρήσω την ταλαιπωρία. Και κάτι που ενόχλησε, στην αρχή κιόλας του βιβλίου, γίνεται μια σατιρική αναφορά στο ζήτημα της συναίνεσης, λέγοντας κάτι του τύπου, μας πρηξατε, μέχρι και στις κότες και τους κοκορες βλέπετε απουσία συναίνεσης. Έχασε πολλούς πόντους από αυτή την αναφορά...