Οι "Επτά ημέρες μιας γυναίκας" είναι ένα πολύ ενδιαφέρον ανάγνωσμα και ως προς το ύφος και ως προς το περιεχόμενο. Περιγράφει αυτό που λέει ο τίτλος: μια εβδομάδα μιας νεαρής σπουδαγμένης εργαζόμενης γυναίκας στη Μόσχα το 1969, που έχει δυο πολύ μικρά παιδιά και σύζυγο και τελειώνει τόσο γρήγορα το βιβλίο, όσο και η εβδομάδα.
Πράγματι, η γραφή της είναι αγχώδης. Ο χρόνος που περνάει στη δουλειά της, χωρίς να είναι εντατικοποιημένος (αναφέρει το διάλειμμα της κάθε μέρας και τις ευχάριστες συζητήσεις και τα ψώνια με τις συναδέλφισσές της), παρουσιάζεται με τόσες λεπτομέρειες (είναι ερευνήτρια σε χημικό εργαστήριο) που θέλεις να τελειώνει επιτέλους να πάει σπίτι της. Τρέχεις στους ρυθμούς της. Όταν πάει το βράδυ, έχει να κάνει δουλειές. Ο άντρας της έχει σχολάσει και έχει πάρει τα δυο παιδιά από τον παιδικό και τον βρεφονηπιακό σταθμό και ψιλοβοηθάει. Ψιλό-βοηθάει. Κοιμίζουν τα παιδιά, διαβάζουν στο κρεβάτι και κοιμούνται. Η Μπαράσκαγια βάζει σε κεντρική θέση τον χρόνο, το ξυπνητήρι. Κάθε πρωΐ εφιάλτης με τα ξυπνήματα και τα ντυσίματα, όπου ο άντρας της πάλι ψιλο-βοηθάει. Συνήθως πάει καθυστερημένα στη δουλειά της.
Μέσα σε αυτήν την καθημερινότητα υπάρχει και ένα ερωτηματολόγιο που πρέπει να συμπληρώσουν οι εργαζόμενες για τον προσωπικό χρόνο που τους απομένει, το οποίο σηκώνει συζήτηση μεταξύ τους και θέτει το ζήτημα της εργαζόμενης μητέρας στην ΕΣΣΔ. Το βιβλίο ουσιαστικά παρουσιάζει τη θέση της στην τότε κοινωνία, η οποία ήταν σαφώς καλύτερη από τα προεπαναστατικά χρόνια (την σύγκριση την κάνω εγώ από όσα έχω διαβάσει, όχι εκείνη), αλλά ακόμα υποδεέστερη του άντρα. Και παρουσιάζει και μια καθημερινότητα αρκετά εσωστρεφή, για τα ζευγάρια που έχουν μικρά παιδιά, παρά τις μεγάλες παροχές που τους έδινε το κράτος σχετικά με την φροντίδα τους. Είναι δηλαδή ένα ρεαλιστικό βιβλίο. Δείχνει ρουτίνα. Όντως είναι η εποχή της στασιμότητας, όπως ονομάστηκε, η περίοδος που διαδέχτηκε ήδη από το '50 τους φρενήρεις ρυθμούς της δεκαετίας '30.