Γνώρισα τον Νίκο Γαϊτανόπουλο στο φετινό Φαντασμαγόρια και μεμιάς τράβηξε την προσοχή μου ο πάγκος του: μαγεύτηκα από το εκπληκτικό ζωγραφικό του έργο! Αγόρασα κάποια πριντ του, του έστειλα κάποιο κόσμο –εφόσον τους έπρηξα με τον ενθουσιασμό μου- και με το πέρας του φεστιβάλ, αγόρασα το βιβλίο του. Έπρεπε να το έχω!
Ανυπομονούσα λοιπόν να το διαβάσω και στο τραίνο με το ταξίδι της επιστροφής, το ξεκίνησα και έφτασα μεμιάς στην σελίδα εκατό. Καλώς ή κακώς, έπειτα έπιασα το τελευταίο του Κόνολι και μετά διάβασα άλλα τέσσερα του Ιρλανδού στα καπάκια και πέρασαν οι μήνες, έχοντας ξεχάσει ότι το βιβλίο του Γαϊτανόπουλου το έχω και σκεπτόμενος συνεχώς ότι θέλω να το αγοράσω και να το διαβάσω! Ό,τι-να-‘ναι, το ξέρω, μα τα αδιάβαστά μου τα έχω κρυμμένα και όχι στην βιβλιοθήκη μου (έχω μια εμμονή να θέλω να φαίνονται μόνο οι ράχες από τα διαβασμένα ή από τα σωσμένα από scavenging) οπότε εκεί κατάλαβα ότι γερνάω και κάτι παίζει με την μνήμη μου, όταν συνειδητοποίησα χτες ότι το έχω. Οπότε το πήρα στα χέρια μου, έβγαλα τον σελιδοδείκτη από την εκατό και τον έβαλα στην αρχή, και το διάβασα όλο μονοκοπανιά.
Νόρνιμ λοιπόν. Έτσι ονομάζεται το πρώτο βιβλίο και ο ήρωάς μας ονομάζεται Έρκαχοθ. Δε θα το κρύψω, είμαι σε μουντ διακοπών, οπότε αυτό το βιβλίο ήταν ακριβώς ό,τι έπρεπε τη δεδομένη στιγμή -και ειδικά έχοντας μόλις τελειώσει την τετραλογία του Χώκμουν- ήθελα κάτι επικό, μια περιπέτεια, δίχως να μου ζαλίσει ο συγγραφέας τον έρωτα με ζουμιά και αμπελοφιλοσοφίες. Και χαίρομαι που το βρήκα.
Το Έρκαχοθ είναι καθαρόαιμο επικό φάνταζι, ειλικρινές, προσιτό και περιπετειώδες. Δεν προσπαθεί να πρωτοτυπήσει και δεν είναι ανάγκη κιόλας για όσους αγαπάνε το είδος. Έχουμε τον νεαρό ήρωα που μέλει να γίνει το συναισθηματικό μας επίκεντρο, ταξιδεύομε μαζί του σε έναν νέο κόσμο, έχουμε το ίδιος δέος και παιδική περιπέτεια με εκείνον για να μάθουμε όσα περισσότερα μπορούμε γι αυτό τον κόσμο και έχουμε ένα εσωτερικό χάος που πιστεύω αντικατοπτρίζει την κατάσταση ολονών μας την σήμερον ημέρα και ειδικά στις ηλικίες 15-35. Έχουμε τον Ρέντχιλ, το σοφό πατρικό πρότυπο, τον άνθρωπο που θα θέλαμε να μας συμβουλεύει, να γίνει μέντοράς μας και να μας βοηθήσει να βγάλουμε λίγο νόημα με όλη αυτή την αλλόκοτη κατάσταση που λέγεται ‘’ζωή’’ και έχουμε και τον Βάρδο, τον αναπάντεχο φίλο που ήρθε από το πουθενά και χαιρόμαστε που έγινε σύντροφός μας.
Δε θέλω να κάνω σπόιλερς, μα το συγκεκριμένο έργο πρόκειται για μία πανδαισία από αφηγήσεις, μάχες, δράκους, ξωτικά, δαίμονες, σπηλιές, δάση, σφαγές και γενικά όλα όσα αγαπάμε σε αυτό το είδος. Μου θύμισε αρκετά Μούρκοκ και Σαλβατόρε, αλλά επίσης μου έφερε στο νου Rhapsody of Fire και Hammerfall, οπότε θυμήθηκα την εφηβεία μου και χαμογελούσα με χαρά όταν σκεφτόμουν πιο κομμάτι θα κολλούσε σε κάθε κεφάλαιο.
Αρνητικά δεν υπάρχουν, αν κάποιος το πάρει για αυτό που είναι και για το είδος που πρεσβεύει. Ίσως κάποιοι να βρουν περίεργο τον ρυθμό, μα κάθε αναδρομή και κάθε αφήγηση μας εμπλουτίζει ακόμα περισσότερο την γνώση μας γι αυτό τον νέο κόσμο. Ίσως κάποιοι να κουραστούν από τον Ρέντχιλ, μα όποτε ανοίγει το στόμα του πετάει όμορφα αποστάγματα σοφίας που θα φέρουν στο νου έναν νεότερο και πιο badass Γκάνταλφ. Μπορεί επίσης να τραβηχτούν παράλληλες μεταξύ Αρχάνιεν και Καταιγίδας ή Αρχάνιεν και Λυκόφωτος με Παγωμένο Θάνατο και (το άλλο σπαθί του Ντριντζ που τώρα δεν θυμάμαι γιατί έχουν περάσει χρόνια), μα αυτά δεν έχουν σημασία. Όποιος αποφασίσει να το διαβάσει, σίγουρα θα περάσει όμορφα τις ώρες που θα αφιερώσει! Ένα μεγάλο μπόνους είναι η εικονογράφηση που αποτελείται από έργα του συγγραφέα, αν και με έκαναν να θέλω περισσότερα ή έστω κάποια έγχρωμα εντός τους (αυτό ίσως να είναι μόνο η δική μου γνώμη, μα είμαι πάντα κάπως άπληστος όταν το θέμα έρχεται στην εικονογράφηση, χεχε).
Το βάζω στο ράφι με ένα χαμόγελο και δίχως να ξεχάσω ποτέ το πρώτο κεφάλαιο -το οποίο ίσως να ήταν και το αγαπημένο μου (μαζί με το πύργο του Μπέην)- και με την εικόνα του Έρκαχοθ στην αρχή του ταξιδιού του!