Ο Νουρέγεφ κάποτε -αναφερόμενος στις μνήμες του από τη ζωή του στη Ρωσία, τους φίλους, την οικογένειά του- μου είπε: "Όποιος κοιτάζει πίσω του, πέφτει από τη σκάλα". Ήταν από τις φράσεις που με σημάδεψαν.
Το ίδιο και ο πατέρας μου, που διάβαζε -και μ' έβαζε να του διαβάζω- τη Γραφή και τα Ευαγγέλια και που είχε υπογραμμίσει πολλά εδάφια που θυμάμαι ακόμα. Ανάμεσά τους το: "Άφετε τους νεκρούς θάψωσι τους εαυτών νεκρούς". Και σήμερα δεν κάθομαι να κλαίω τους τόσους νεκρούς που έχω "ζήσει" - και που λόγω μεγάλης ηλικίας είναι αναρρίθμητοι. Πιστεύω, πως αν κλαις, κλαις για τον εαυτό σου και για κανέναν άλλον.
Μεγάλωσα στην Ελλάδα, στην Αθήνα. Κάθε τόσο θυμάμαι την παλιά μας θρησκεία και χαίρομαι και λυπάμαι. Τι όμορφα που τα είχαν σκεφτεί όλα οι αρχαίοι μας... Κάθε τι στη φύση ήταν Θεός. Ακόμα και ο άνεμος, ο Βορέας. Κι η Ελπίδα, λέει, η τελευταία θεά, τουλάχιστον αυτή έμεινε στο πιθάρι της Πανδώρας. Έμεινε για τον άνθρωπο. Με τη διαφορά πως σήμερα ούτε αυτήν δεν έχουμε.
Και γυρνάω πίσω το μυαλό μου και σκέφτομαι τι ωραία ζωή έζησα. Ναι, ναι... Με τον θάνατο του πατέρα μου, με την Κατοχή, με το Κίνημα (έτσι το λέγαμε τότε), τότε που μας πολυβολούσαν τ' αεροπλάνα κι εμείς κρυβόμασταν στα χαντάκια. Ούτε πού θυμάμαι να ένιωσα τι θα πει φόβος.
H Pοζίτα Σώκου ήταν κόρη του δημοσιογράφου, θεατρικού συγγραφέα και εκδότη Γεωργίου Σώκου από το Αιτωλικό και της Τιτίκας Μιχαηλίδου από τη Σμύρνη. Γεννήθηκε το 1923 στην Πλάκα της Αθήνας και μεγάλωσε στο Ψυχικό, όπου και τελείωσε το Αρσάκειο Γυμνάσιο Θηλέων. Φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών, μαθήτευσε κοντά στον Γιάννη Τσαρούχη, παρακολούθησε τη Δραματική Σχολή Βασ. Ρώτα –ενώ εργαζόταν ήδη ως μεταφράστρια και καθηγήτρια ξένων γλωσσών– και, μετά την Aπελευθέρωση, σπούδασε Λογοτεχνία του 20ού αιώνα στην Οξφόρδη.
Από τις πρώτες γυναίκες δημοσιογράφους της Ελλάδας, άρχισε να ασχολείται επαγγελματικά με την κινηματογραφική κριτική το 1947: στο περιοδικό Χόλλυγουντ, στην εφημερίδα Οι καιροί (1948-50), στην Ανεξαρτησία (1949), στη Βραδυνή (1949-55), και συγχρόνως στην αγγλική Athens News (1952-80), καθώς και στην Καθημερινή (1953-67), στη Μεσημβρινή (1961-65), στην Ακρόπολι (1967-76), στο Έθνος της Κυριακής και από το 1968 στην Απογευματινή.
Έχει μεταφράσει πολλά βιβλία (κυρίως για τις εκδόσεις «Γαλαξίας», αλλά και άλλες κατά καιρούς): Σενάρια του Μπέργκμαν, Ο μεγαλοφυής και η θεά, Εγώ το ρομπότ, Ανθολογία επιστημονικής φαντασίας, Σολάρις, Κυβεριάδα, τη σειρά του Κόρτο Μαλτέζε κ.ά. Από το 1974 άρχισε η ενασχόλησή της με το θέατρο, διασκευάζοντας θεατρικά το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι και τον Λεντς για το Θέατρο Έρευνας.
Τη Ροζίτα Σώκου τη συμπαθούσα, ώσπου διάβασα τα βιβλία της και απλά την αγάπησα. Η γραφή της είναι τόσο άμεση, που αισθάνεσαι ότι βιώνεις ο ίδιος ό,τι σου περιγράφει. Ειδικά τα χρόνια των κινηματογραφικών φεστιβάλ, ήταν σαν να τα έζησα στο πλάι της. Η καυστικότητα του λόγου της είναι το κάτι άλλο, οι εμμονές της, ακόμη και οι κακίες της είναι τόσο "γραφικές" που τις της συγχωρείς γιατί μπορείς να δεις και τις δόσεις αλήθειας που εμπεριέχουν. Αυτό και το δεύτερο βιβλίο που εξέδωσε ήταν οι πιο ευχάριστες εκπλήξεις για το 2018. Τα διάβασα και τα δυο βιβλία μέσα σε μια βδομάδα. Βέβαια, αν βάλετε να δείτε παλιές συνεντεύξεις της στο Youtube θα δείτε ότι πάνω κάτω λέει τα ίδια σε κάθε εκπομπή με αυτά που γράφει στα βιβλία, αλλά όσο να'ναι, η μαγεία του να τα διαβάζεις δεν συγκρίνεται με οτιδήποτε άλλο.
Πολύ ενδιαφέρον. Αναλυτική κριτική με την ολοκλήρωση του δεύτερου τόμου. Πνεύματα όπως της Ροζίτας σπανίζουν και πλέον λείπουν απελπιστικά, από την πολιτιστική ζωή μας.