Ο Μάρκος πείθει τη Μάρη να φύγουν απ' την Αθήνα και να μετακομίσουν μόνιμα στην Τήνο πραγματοποιώντας το όνειρό του για μια ήρεμη ζωή μακριά απ' την πόλη, "...εκεί που προλαβαίνεις χωρίς να βιάζεσαι". Την πρώτη του κιόλας μέρα στο νησί γίνεται αυτόπτης μάρτυρας ληστείας στην τράπεζα. Ένας φίλος απ' τα παλιά, μια μυστηριώδης γυναίκα και μια περίεργη συγκυρία τον φέρνουν στη Μύκονο, αντιμέτωπο με τους ληστές. Θα αντισταθεί άραγε στους πειρασμούς που τόσο αναπάντεχα του έφερε η καινούρια του ζωή; Όταν αρχίζουν οι φόνοι, τότε πια η υπόθεση περιπλέκεται επικίνδυνα και η εξέλιξη γίνεται απρόβλεπτη με αλλεπάλληλες ανατροπές. Μια περιπέτεια στα γραφικά κυκλαδίτικα σοκάκια με οδηγό τα ανθρώπινα πάθη κι εναλλακτικούς κώδικες ηθικής που δεν ξεχωρίζουν το θύτη απ' το θύμα... "Αν ήθελε ο Θεός να διακριθώ για τις καλές μου πράξεις, σίγουρα δεν θα μ' έμπλεκε σ' αυτή την περίεργη ιστορία. Ότι είχε σκοπό να με δοκιμάσει, ούτε αυτό ισχύει, αφού σαν παντογνώστης θα ξέρει κιόλας ότι η πιο αξιοσημείωτη ικανότητά μου είναι να γίνομαι ανά πάσα στιγμή χειρότερος απ' ό,τι είμαι. Έτσι, δια της εις άτοπον απαγωγής κατέληξα ότι η χθεσινή ανέλπιστη ερωτική απόδραση στη Μύκονο ήταν κι αυτή θέλημα Θεού. Τα σκεφτόμουν σέρνοντας τα πόδια μου απ' το λιμάνι στο σπίτι, αποκαμωμένος απ' το περιπετειώδες διήμερο. Ένα διήμερο γεμάτο απρόοπτα, όπου, πέρα απ' την ηδονή, η ατμόσφαιρα ανάδινε και την έντονη μυρωδιά του χρήματος. Κι όταν το χρήμα είναι τραπεζικό, δηλαδή αδέσποτο και βρόμικο, το συμπονάς τόσο που σου περνάει απ' το μυαλό να το περιμαζέψεις δανείζοντας στις ενοχές τη φορεσιά της θείας δίκης. Έτσι δε θα χρειαστεί ποτέ να προσθέσεις στα ήδη πολλά σου ελαττώματα κι αυτό της μεταμέλειας".
Εχω τελειώσει την ανάγνωση από το μεσημέρι. Λέξεις μες το κεφάλι μου αρνούνται να μπουν σε σειρά. Εχω ενοχληθεί από αυτήν την ιστορία. Θα μου πείτε και τι σας νοιάζει; Νοιάζει εμένα. Ας ξεκινήσουμε από το ότι το βιβλίο δεν είναι αστυνομικό. Επειδή έγινε μια ληστεία και μια σειρά φόνων και ψάχνουμε έναν ένοχο με παρουσία αστυνομικών σχεδόν διακοσμητική στο νησί της Τήνου, δε σημαίνει ότι είναι αστυνομικό μυθιστόρημα. Λίγο βέβαια με νοιάζει το είδος του και δε συνηθίζω να πιάνομαι από το πώς πλασάρουν τα βιβλια οι εκδοτικοί. Γράφω για αυτά ανάλογα με το τι συναισθήματα μου προκαλούν. Απο τη μια έχουμε κυκλαδίτικα σπίτια, πολύχρωμες πινελιές, ξανθή άμμο, χαρακωμένα βουνά με (ρυτιδες;;;) ξερολιθιάς, απόκοσμο Αυγούστιάτικο φεγγάρι, ασίγαστο πάθος στο βαθύ μπλε της θάλασσας και άλλα τέτοια ποιητικά. Προσπάθησα να τα προσπεράσω και να μείνω στην ουσία του βιβλίου μα με αποσυντόνιζαν. Απο την αλλη έχουμε έναν άντρα το Μάρκο ο οποίος είναι παντρεμένος με τη Μάρη και η φθορά στο γάμο τους είναι κάτι παραπάνω από εμφανής. Σε όλο το βιβλίο οι σκέψεις και οι πράξεις του ήρωα γυρνάνε γύρω από βυζιά, οπίσθια, αιθέριες υπάρξεις, σεξουαλικές ορμές, γυμνόστηθες λάγνες ξανθιές, βρεγμένες γκόμενές που κυλιούνται στην αμμο και ο κωλος τους είναι σαν (σνίτσελ;;;) Και φτάνω στο σημείο να αναρωτιέμαι αν αυτά τα έγραφε σε ένα βιβλίο μια γυναίκα μεσήλικη με ηρωίδα επίσης μεσήλικη που ξερογλειφόταν με νεαρούς μια εικοσαετία μικρότερους πως θα αντιδρούσαν οι αναγνώστες; Ίσως τελικά αυτό το βιβλίο να απευθύνεται σε άντρες και μόνο. Απο τη μια οι ποιητικές περιγραφές, απο την άλλη ο σεξισμός που υποβόσκει και τα σεξουαλικά απωθημένα του ήρωα σε κάνουν να μη δίνεις δεκάρα για το ποιος σκότωσε, λήστεψε και διέπραξε το έγκλημα. Μια κάποια δράση λίγο πριν το τέλος σε κάνει να γυρίσεις έστω 3 σελίδες με αγωνια αλλά κλείνοντας την τελευταία το μόνο που τελικά σου μένει είναι ο κώλος σνίτσελ. 🙄
…και κουβαλάω πάντα ένα βιβλίο. Ένα παράθυρο στη τσέπη να αλλάζω τον αέρα μου. Κι όταν ανασάνω ίσως να γράψω κι εγώ …κι ότι γράψω, μικρά φαράσια στα χέρια. Για μια ζωή γεμάτη σπασμένα γυαλιά …και οι λέξεις να είναι άψογες, καθαρές, επιτακτικές, αμείλικτες σαν τη σιωπή ανάμεσα σε ανθρώπους που αγαπιούνται. Αδιάφθορες. Σαν Αγίων φράσεις. Και η δράση τους, η επαναστατική βρε αδέρφια αθόρυβη να είναι. Εκεί κρύβεται η ξεχωριστή ευγένεια. …έξω και οι θεοί. Δεν τους θέλω ούτε στα επιρρήματα …κι έτσι το γραπτό να γίνεται κουρέλι όχι βραδινό ρούχο κομψό …γράφω γιατί μάλλον περίσσεψα από τον κόσμο. Γράφω μήπως αποκτήσω αυτό που θα έδινα και δεν έγινα …κι όταν πεθάνω να πουν: από τι πέθανε; Από τίποτα. Του τελείωσαν οι λέξεις.
(Το άνω παραλήρημα δεν είναι κριτική Μάρκο. Κάτι δικό μου που κόλλησε να σου γράψω μετά το τελευταίο διάβασμα. Ίσως να σου ταιριάζει. Ούτως η άλλως αν θες πες μου που να σου στείλω ένα τελευταίο δικό μου βιβλιαράκι, ελάχιστο αντίδωρο για τα πολλά δικά σου. Ευχαριστώ. Δημήτρης )
3,5/5 Όταν το ξεκίνησα δεν περίμενα ότι θα το ευχαριστιόμουν τόσο! Μια "απλή" ιστορία ληστείας, δοσμένη από την ματιά ενός μάρτυρα της. Η υπόθεση εξελίσσεται με ωραίο ρυθμό, προς το τέλος μπαίνουν στην θέση τους όλα, οι ατάκες μίσους μεταξύ του πρωταγωνιστή και της πεθεράς του όσο πρέπει "κακές" και ειρωνικές! και στο τέλος διαβάστε καλά την τελευταία παράγραφο, θα καταλάβετε πολλά!
Δεν είναι ακριβώς αστυνομικό μυθιστόρημα. Ωραίες οι περιγραφές των νησιών αλλά η πλοκή είναι αργή και διακόπτεται συνεχώς μέχρι το τέλος. Ενδιαφέρον το χιούμορ με την πεθερά!