Ένας πλανήτης σε πορεία σύγκρουσης με τη γη, δυο τοίχοι που υψώνονται κάποια νύχτα στις δυο πλευρές μιας παρόδου και την απομονώνουν από την υπόλοιπη πόλη, σεισμοί που επαναλαμβάνονται κάθε βράδυ και σε διαφορετική συνοικία μιας πόλης, ένα Δευτεριάτικο πρωινό που κανείς δεν βγαίνει από το σπίτι του καθώς όλοι περιμένουν το τέρας, κάποιοι εργαζόμενοι που μετά το τέλος του ωραρίου τους ''συναντούν'' τρόπους διαφυγής ενώ ένας άλλος βλέπει στο παιδί του το πρόσωπο του υπάλληλου που απέλυσε, μια βάφτιση στην οποία το κεντρικό πρόσωπο είναι ένας καλεσμένος και μια αναγγελία γάμου που αλλάζει τη ζωή ενός ηλικιωμένου, οι νυχτερινοί επισκέπτες μιας πρόσφατα χωρισμένης γυναίκας, ενός μοναχικού ένοικου πολυκατοικίας σε περίοδο διακοπών και ενός γιατρού που εργάζεται μετά τα μεσάνυχτα και τέλος οι πρώην, επόμενοι και μεθεπόμενοι κυρίαρχοι της ζωής του πλανήτη. Διηγήματα της ''πτώσης'', της αναφοράς σε ''καθοδικές'' καταστάσεις, όπου η κάθοδος δεν φτάνει απαραίτητα σε ένα οριστικό τέρμα και διηγήματα του ''τέλους'', όπου η κατάληξη είναι πιο συγκεκριμένη, είτε ελπιδοφόρα είτε ζοφερή.
Είναι απαραίτητο πριν ξεκινήσω να γράφω αυτήν την κριτική, να δηλώσω ότι συνήθως τα μπορχεσιανά και κάφκικα κείμενα δε με τρελαίνουν. Τα διαβάζω ευχάριστα, εκτιμώ το βάθος τους και την αναζήτησή τους, αλλά προτιμώ να φιλοσοφώ με άλλους τρόπους, με άλλες τεχνικές.
Σαν του Παναγιώτη Φάμελλου ας πούμε. Που μπορεί να πατάει πάνω σε αυτά τα μπορχεσιανά και τα κάφκικα πρότυπα, αλλά αν το ένα βιβλίο του Λιγκότι που έχω διαβάσει λέει τίποτε για όλον το Λιγκότι, τότε τούτο το βιβλίο λιγκοτίζει απολαυστικά.
Δύο πράγματα συμβαίνουν εδώ, σε όλα τα διηγήματα της συλλογής: υπάρχει μια συνήθεια, ένας κοινός τόπος, μια απτή πραγματικότητα και καθημερινότητα. Κι υπάρχει και το τυχαίο γεγονός, το έκτακτο, το έξω από τα μέτρα της περίστασης. Κι όσο κι αν αυτό μοιάζει να είναι βαρετό, να επαναλαμβάνεται, η πένα και το υπόβαθρο, το ντύσιμο της ιστορίας και η οπτική γωνία είναι που κάνουν την ανάγνωση απόλαυση και την αφήγηση ενδιαφέρουσα.
Στα διηγήματά του που δημοσιεύτηκαν εδώ κι εκεί, σε ανθολογίες διαγωνισμών ή αλλού, ο Φάμελλος έδειξε ένα καλό πρόσωπο. Ωστόσο εκεί είχε να συγκριθεί με άλλους, διαφορετικούς από αυτόν. Σε αυτό το βιβλίο, που έχει όλο το χώρο δικό του, ακόμα και κατακερματισμένο σε διηγήματα, ανθίζει σε κάτι που διεκδικεί την προσοχή του αναγνώστη, την ώρα και το χρόνο του και σαφέστατα την περίοπτη θέση στο ράφι του.