Το μυθιστόρημα του Σωτήρη Δημητρίου συγκεντρώνει όλες εκείνες τις αρετές που εντοπίσαμε και σε παλιότερα έργα του και που αποτελούν πλέον τα χαρακτηριστικά του προσωπικού του ύφους. Με λόγο σύντομο, λίγα περιγραφικά στοιχεία, με αφήγηση ελλειπτική και αποσπασματική και χρησιμοποιώντας το γλωσσικό ιδίωμα της Ηπείρου, μας ταξιδεύει για ένα μερόνυχτο στην Ελλάδα της μεθορίου. Σε μια έρημη πλαγιά της Μουργκάνας, ένα βουνό στα ελληνοαλβανικά σύνορα, ένα συνεργείο οικοδόμων χτίζει ένα σπίτι. Στο συνεργείο υπάρχουν και αλλοεθνείς –Αλβανοί, γύφτοι. Από εκεί περνούν ζωέμποροι, μια κομπανία Αλβανών μουσικών που γυρνάνε στην Αλβανία. Μια μεγάλη βροχή καθηλώνει μέσα στο γιαπί τους οικοδόμους, οι οποίοι μονολογούν, συζητάνε, θυμούνται και διαπιστώνουν ότι οι ζωές τους συναντήθηκαν κάποτε στο παρελθόν.
Ο Σωτήρης Δημητρίου (1955-) γεννήθηκε στην Πόβλα Θεσπρωτίας. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Το έργο του έχει τιμηθεί με το βραβείο διηγήματος της εφημερίδος "Τα Νέα" (1987), δύο φορές με το βραβείο διηγήματος του περιοδικού "Διαβάζω" (η τελευταία το 2002 για το βιβλίο του "Η βραδυπορία του καλού"), μία φορά με το βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (2013), ενώ το μυθιστόρημά του "Ν' ακούω καλά τ' όνομά σου" ήταν υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας. Κείμενά του έχουν μεταφερθεί πολλές φορές στον κινηματογράφο, σε ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους ("Αμέρικα" του Σάββα Καρύδα, "Απ' το χιόνι" του Σωτήρη Γκορίτσα, "Τα οπωροφόρα της Αθήνας" του Νίκου Παναγιωτόπουλου, κ.ά.)
Η γλώσσα δεν είναι αρκετή για να καλύψει την απουσία πλοκής και τη δυσκολία να ξεχωρίσει ο αναγνώστης τους διαφορετικούς χαρακτήρες.. Κάποιες από τις ιστορίες όμως, αφοπλιστικά αληθινές. Συμπαθές αλλά το κλείνεις το ξεχνάς, κι ας έχει πρωταγωνιστές από τα μέρη του πατέρα μου (Πυρσογιαννίτης).
Χωρίς πλοκή, χωρίς καλά-καλά να καταλαβαίνω ποιος είναι ποιος. Αλλά σημασία έχουν οι ιστορίες πίσω από τα πρόσωπα και πίσω από τα λόγια. Κι αυτές είναι πάντα αληθινές.