Αυτό που λέμε «Σαββόπουλος» δεν υπάρχει. Ο Σαββόπουλος είναι ένας ρόλος που τον έπλασα σιγά σιγά με τα χρόνια: Ο τύπος με τα στρόγγυλα γυαλιά, τις τιράντες, αργότερα το γενάκι, που βγαίνει στη σκηνή, φτιάχνει αυτά τα τραγούδια, κάνει σχόλια και λέει ιστορίες. Είναι ο «Σάββο», όπως τον έλεγε ο συγχωρεμένος ο Τάσος Φαληρέας. Είναι ένας άλλος. Εγώ είμαι εγώ. Χώνομαι πολλές φορές μέσα σ’ εκείνον τον άλλο. Δικός μου είναι. Χωρίς εμένα θα ήταν αέρας κοπανιστός.
Τώρα όμως τον χρειάζομαι, γιατί μεγάλωσα και θα ‘θελα να δω πως ήμουν πιτσιρίκος, πως φέρθηκα στον επαγγελματικό μου βίο, πως ήμουν σαν σύζυγος, πατέρας και παππούς, κι ακόμα πως ήμουν σαν πολίτης, σαν φίλος και σαν γιός. Σ’ αυτά είναι καλός ο Σάββο. Το ‘χει. Σαν ρόλος, και σουξέ είχε και πείρα διαθέτει.
Τώρα ο ρόλος θα μιλήσει για τον δημιουργό του. Ένα παιχνίδι είναι. Ένα κόλπο. Ελπίζω να το βρείτε διασκεδαστικό.
Σε αυτό το βιβλίο ο Σαββόπουλος μιλάει για τον Νιόνιο. Αυτόν ντύνεται.
Καλή ακρόαση, αγαπητοί μου, καλή ανάγνωση.
Δ.Σ.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ 1. Την πρώτη φορά που χάθηκα 2. Το τραύλισμα 3. Ο τραγουδισμένος χρόνος 4. Το ρεφραίν σ' αγαπώ 5. Τα τρία βλέμματα 6. Στην Αθήνα 7. Ευτυχισμένο το 1966! 8. Ο βασιλιάς και ο τροβαδούρος 9. Το φωτιστικό 10. Καφέ «Σαιν Κλωντ» 11. Ο Θεός να μας φυλάει από τα σουξέ 12. Η δίψα 13. Λογοκρισίες 14. Οι δάσκαλοι 15. Τη μέρα που γύρισε ο Καραμανλής 16. Ο οικογενειακός θησαυρός 17. Πως δεν έμαθα μουσική 18. Η άλλη Αριστερά 19. Δεν γράφω πια 20. Η ζωή με τους μουσικούς
Ο Διονύσης Σαββόπουλος ήταν Έλληνας συνθέτης, στιχουργός και τραγουδοποιός. Θεωρείται ο πρωτεργάτης της σχολής των Ελλήνων τραγουδοποιών, οι οποίοι γράφουν μουσική, στίχους και τραγουδούν οι ίδιοι τα τραγούδια τους.
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 2 Δεκεμβρίου 1944, ενώ κατάγεται από την Κωνσταντινούπολη και την Φιλιππούπολη. Το 1963 μετακόμισε στην Αθήνα και εγκατέλειψε τη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης προκειμένου να ασχοληθεί με το τραγούδι. Γνώρισε μεγάλη επιτυχία από τις πρώτες ημέρες του ως μουσικός και σύντομα έγινε πολύ δημοφιλής στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό. Είχε συνδυάσει τη μουσική Αμερικανών μουσικών όπως του Μπομπ Ντίλαν και του Φρανκ Ζάππα με μακεδονική λαϊκή μουσική και πολιτικά διεισδυτικούς στίχους.
Άρχισε τη σταδιοδρομία του το 1964, και ήταν πολιτικά ενεργός σε όλη τη σταδιοδρομία του στη μουσική, με εμφανίσεις σε νυχτερινά κέντρα μαζί με τη Μαρία Φαραντούρη και τον Μάνο Λοΐζο. Κατά τη διάρκεια της Χούντας φυλακίστηκε δύο φορές για τις πολιτικές του πεποιθήσεις, τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 1967.
Έγραψε τραγούδια με πολιτικό, ρομαντικό αλλά και σκωπτικό περιεχόμενο. Έχει παρουσιάσει ακόμη το 1986-1987 τηλεοπτική εκπομπή με τίτλο «Ζήτω το ελληνικό τραγούδι». Τα περισσότερα από τα τραγούδια του είναι γραμμένα από τον ίδιο, σε στίχους και μουσική.
Το Τμήμα Φιλολογίας του ΑΠΘ τον ανακήρυξε επίτιμο διδάκτορα του στις 24 Νοεμβρίου 2017.
Τη βραδιά που ο Σαββόπουλος πέθαινε εγώ τραβούσα απ' τα αδιάβαστα την αυτοβιογραφία του. Την επόμενη ανακοινώθηκε ο θάνατος του και τρεις μέρες μετά, ακόμα μαλώνουν στα social media για το ποιος ήταν ο Σαββόπουλος...
Ο Σαββόπουλος ρε;
Διαβάζοντας αυτές εδώ τις 300 σελίδες πήρα μόνο μια μυρωδιά της ζωής του. Αν θες να διαβάσεις τους στίχους που έγραψε βρες χρόνο. Θα τον χρειαστείς. Αν θες να ακούσεις συνολικά το έργο του, βρες κι άλλο χρόνο. Ίσως χρόνια. Γιατί θα χρειαστεί να επιστρέφεις. Ξανά και ξανά. Τελείωσα το βιβλίο σήμερα το μεσημέρι εδώ στην Αμοργό, πίνοντας τον καφέ μου στο Καμάρι. Όση ώρα διάβαζα, σκεφτόμουν τον Μήτσο εκεί στα κάτω Πατήσια που δεν τον συγχώρησε ποτέ γιατί πρόδωσε την Αριστερά. Την Αριστερά, που τα ίδια της τα κόμματα την έχουν προδώσει χίλιες φορές. Και την ιδέα και τους ανθρώπους που πίστεψαν στην καθοδήγηση. Ξέρετε τι λέω.
Ο Σαββόπουλος δεν υπήρξε ποτέ ανακόλουθος. Δεν πούλησε ποτέ κομματιλίκια. Αντίθετα, όταν κατάλαβε πως όλα καπελωνονται από κόμματα και αυθεντίες ιδεολόγους, τα μάζεψε κι έφυγε. Έγραφε πάντα ως αυτό που ήταν. Αυτό που ήταν όταν ήταν 19, αυτό που ήταν όταν ήταν 30, αυτό που ήταν όταν ήταν 60. Κι έγραφε την αλήθεια του. Και όχι για να διατηρήσει το κοινό του. Ένα κοινό που ο σκληρός του πυρήνας βρισκόταν στην αριστερά. Γιατί όπως τον είχε συμβουλεύσει ο μαέστρος Αλέξανδρος Αινιάν, " εσύ θ' ακολουθείς τον δρόμο της καρδιάς σου. Η αποδοχή θα έρχεται όταν θέλει αυτή. Δεν σε αφορά ".
Και τέλος για να μη λέμε και πολλά, ο Σαββόπουλος λίγο πριν πεθάνει άφησε και ένα βιβλίο που γράφει και πέντε συγγνώμες για όσα λάθη αναγνώρισε πως έκανε. Συγκεκριμενες συγγνώμες. Εσύ Μήτσο απ' τα Πατήσια που φεύγοντας απ' αυτόν τον κόσμο δεν θα μείνει ούτε η κορνίζα σου στον τοίχο ένιωσες την ανάγκη να ζητήσεις μια συγγνώμη;
Οσοι αγαπάμε τον Διονύση Σαββόπουλο γνωρίζουμε καλά εδώ και χρόνια πόσο δεινός αφηγητής είναι. Ο βασικός λόγος για τον οποίο ωστόσο η αυτοβιογραφία του είναι πέρα από απίστευτα διαβαστερή και τόσο ουσιαστικά συγκινητική έχει να κάνει με το θάρρος του να γίνει τόσο εξομολογητικός, να παραδεχτεί τα λάθη και τις ανεπάρκειές του ως συνεργάτης, σύζυγος και πατέρας. Ας πάρουν ένα μάθημα από αυτό το βιβλίο τα δημόσια πρόσωπα στην Ελλάδα που τρέμουν στην ιδέα να πουν κάτι πιο προσωπικό
Ας ξεκινήσουμε με τη γλώσσα, ( «Δεν ξέρετε τι ευγνωμοσύνη νιώθω που μιλάμε οι άνθρωποι και έχουμε φωνή, και έχουμε λέξεις.» -λέει). Η δική του γλώσσα λοιπόν τρέχει χύμα σαν χείμαρρος, όπως και τα χρόνια. Του Σαββόπουλου και τα δικά μας. Κι έτσι η ανάγκη για ένα flash back, για έναν αναστοχασμό. Μια υπαρξιακή ανασκόπηση. («Ποιος είμαι; Που πάω; Αξίζει τίποτε; Γιατί προχωράμε σ’ αυτή την παγερή ταξί σαν μελλοθάνατοι; Είμαστε λάθος; Κάποτε οι άνθρωποι ξέρανε τις απαντήσεις. Αλλά στην δική μας εποχή πρέπει να τις βρεις μόνος σου και από την αρχή, με τον κίνδυνο να μην τις βρεις και πότε.») Με πλοκή την σύγχρονη ελληνική ιστορία, πολιτική και πολιτιστική, μέσα από τα δικά του βιώματα και εμπειρίες, ξεγυμνώνεται («γράφω σημαίνει βγαίνω γυμνός»), ζητάει συγγνώμες, αποθεώνει μουσικούς και μουσική («Στη σκηνή του Γούντστοκ ανέβηκαν όλα εκείνα τα θεϊκά τσογλάνια που σας έλεγα, ο Χέντριξ, η Τζάνις Τζόπλιν, ο Joe κόκερ, οι who, και άλλοι δαίμονες, για να μας δείξουν με την μαγεία τους ότι κάτω από την εξέγερση στα πανεπιστήμια, κάτω από τον χιππισμό και τα κοινόβια, κάτω από τον Μάη του 68, υπάρχει η αξεδίψαστη δίψα, ο πυρετός του ουρανού, μια φλεγόμενη αγάπη αχόρταγη και ανικανοποίητη.»). Στις τελευταίες τρεις σελίδες ένα μυθοπλαστικό αφήγημα εξαιρετικό κατα τη γνώμη μου συνοψίζει όλη την υπαρξιακή αγωνία του συγγραφέα με τον πιο γλυκό και ανατρεπτικό τρόπο.
«Μια φορά, σ’ ένα απ’ τα απρόσμενα πετάγματά του απ’ την Αίγινα, του διηγήθηκα σε πόσο φαιδρή αμηχανία μ’ έφερε μια γραία Κρητικιά. Ρώτησε μπροστά μου το γιο της «ίντα δουλειά κάνει ετούτο το κοπέλι;». Κι ο γιος της τα χρειάστηκε. — Μα ήταν κουζουλός; ρώτησε ο Καζαντζάκης. Έπρεπε να της πει καθαρά το επάγγελμά σου. — Της το ‘πε. Μα δεν κατάλαβε. — Θα της είπε, φαίνεται, «Συγγραφέας», ε; Πώς να καταλάβει μωρέ; — Και τι έπρεπε να της πει; — Το επάγγελμά σου. Παραμυθάς!» Αυτά γράφει ο Λουντέμης περιγράφοντας συνομηλία του με τον Καζαντζάκη. Αυτό ακριβώς μου θύμισε ο παππούς Διονύσης. Είναι Παραμυθάς, ένας υπέροχος και γενναίος αφηγητής. Τον αγαπώ όλη μου τη ζωή, και τώρα ακόμα περισσότερο. Να 'σαι καλά, αγαπημένε - να 'μαστε γεροί, να ξανανταμώσουμε!
Διαβάζεται νεράκι, ειδικά αν δεν δίνεις σημασία στη φωνούλα μέσα σου που μπορεί να κραυγάζει "τι μας λέει τώρα ετούτος εδώ". Πολλά τα "δεν ξέρω, δεν είδα, με αδικήσανε" κλπ, αρκετές οι εξομολογήσεις που μάλλον όμως δεν αφορούσαν και κανέναν, περισσεύει κάποια έπαρση στις μούτες και στα σκέρτσα και τους μετριοφρονισμούς. Ωστόσο είναι γραμμένο ευχάριστα, σε στυλ καφενειακό, και αν το προσεγγίσεις ως τέτοιο, ως μία συνάντηση με έναν συμπαθή παππού που έχει να διηγηθεί τρομερές ιστορίες, τότε έχεις και να μάθεις και να ευχαριστηθείς. Ένιωσα δηλαδή για το βιβλίο αυτό, όσο αντιφατικά νιώθω και για τον δημιουργό του.
Απίθανος Νιονιος! Ο παραμυθάς που γράφει τραγούδια. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου περνούν τα χρόνια, η ιστορία της μουσικής στη χώρα μας τα τελευταία 60 χρόνια, η ιστορία της Ελλάδας, η ιστορία των οικογενειών μας και φτάνουν μέχρι το σήμερα σε μια αφήγηση που δε θέλεις να παρατήσεις. Τρυφερός και ειλικρινής και διαυγής.
Ο Σαββόπουλος υπήρξε για μένα ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές της γενιάς του. Υπήρξε το soundrack της ζωής μου. Αν έπρεπε να διαλέξω τραγούδια από έναν μόνο καλλιτέχνη αυτόν θα διάλεγα. Μερικά σκόρπια αποσπάσματα που κράτησα:
Βέβαια, καμιά ἀνθρώπινη ἔκφραση δέν μπορεί νά μιλήσει μέ τόση ἀκρίβεια ὅσο ὁ λόγος. Ἀλλὰ ἡ μουσική εἶναι μιά τέχνη μέ τρομερή διάθεση. Σέ τραγουδοποιοὺς σάν κι ἐμένα χρειάζονται λίγα μέτρα γιά νά σού ὑποβάλουν διάθεση· τά στιχάκια αὐτό πού λίγο μετά ἔρχεται ὁ στίχος νά πεῖ μέ περισσότερη ἀκρίβεια. Στή δουλειά μου οἱ στίχοι καί ἡ μουσική εἶναι ἕνα. Κι ἂν ὑπάρχει κάποια ποίηση σέ αὐτά πού κάνω, αὐτή δέν βρίσκεται στά λόγια τοῦ τραγουδιοῦ, ἀλλὰ στό τραγούδι ἐν τῷ συνόλῳ του.
Δεν μπορώ να είμαι αντικειμενικός με τον Νιόνιο… Αυτός και ο Λούκυ και ο Μίκης και Μάνος είναι η μουσική επένδυση της ζωής μας … το soundtrack των αναμνήσεων μας.. ´Ένα βιβλίο αποτύπωμα της ζωής και της τέχνης του μεγάλου τραγουδοποιού μας. Αποτίμηση ζωής, αποδίδει φόρο τιμής σε όσους τον βοήθησαν και τον στήριξαν, απολογείται στην οικογένεια του και γίνεται ο πιο αυστηρός κριτής του Σαββόπουλου, απολογούμενος σε όσους αισθάνεται ότι αδίκησε στη ζωή του… Ιδανικό βιβλίο για το τέλος του έτους 2025 και το ξεκίνημα του νέου.
Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα κι εμείς τους δίνουμε ένα σχήμα.
Μια αφήγηση αυθόρμητη, τρυφερή και γεμάτη αλήθεια. Ο Διονύσης Σαββόπουλος ξεδιπλώνει τη ζωή του όπως του αρμόζει: χωρίς επιτήδευση, με ειλικρίνεια, συγκίνηση και μια ιδιαίτερη αίσθηση χιούμορ. Δεν αναζητά την αυτοδικαίωση, μα την επαφή. Μέσα από μνήμες, πρόσωπα και στιγμές, μας προσφέρει όχι απλώς την πορεία ενός καλλιτέχνη, αλλά ενός ανθρώπου που τόλμησε να είναι αυθεντικός.
Ένα βιβλίο σαν ζεστή κουβέντα που μένει στην καρδιά.
Ανάγνωση μονορούφι, αφήγηση χύμα, άνθρωπος χύμα. Ο Σαββόπουλος είναι κεφάλαιο στην ελληνική μουσική και έχει πάντα ενδιαφέρον να μάθεις πως γεννήθηκαν ορισμένα τραγούδια του, πώς επιβίωσαν από την λογοκρισία και ποια τα προσωπα που τον καθόρισαν . Μαζί του και μια Ελλάδα απο το 60 μέχρι και την long play μεταπολίτευση όπως λέει, για γέλια και για κλάματα. Δεν μπορώ να κρίνω το βιβλίο ψύχραιμα, με κριτήρια λογοτεχνικά, γιατί το περιεχόμενο είναι από μόνο του τοσο ενδιαφέρον, ώστε παραβλέπω ζητήματα γραφής
Σπανιο πλάσμα, σπάνιο βιβλίο, ψυχογράφημα. Παντα αγαπουσα τον Σαββοπουλο απο μικρο παιδι. Με τις παραξενιές του και τις βιδες του.Ολο αυτο το προδωτης και πουλημένος κτλπ το γουσταρω γιατι ειναι απίθανο παράδειγμα της κουλτούρας μας που για να σε καταλαβει καποιος και να σε αποδεχτει, ισως και να σε θεοποιήσει, πρεπει να σε βαλει κατω απο μια ταμπέλα που μπορει να καταλάβει για να μην νιωθει αυτη την περιεργη απειλη του θα μας την κανει αυτος. Τυποι σαν τον Σαββοπουλο, καλλιτέχνες, ανθρωποι με φως που αγκαλιαζουν και ζουν την ανθρώπινη τους φυση δεν χωρουν σε ταμπέλες. Αυτο το βιβλιο οπως και τα τραγούδια του αποδειξη. Βαθιά ειλικρινής και καραγκιοζης και ψευτης και υπερβολικός και φαντασιόπληκτος και γεματος αγαπη και ποιηση και χιουμορ. Ανθρωπος. Και τι τεραστια δυναμη εχει ενα συγνωμη. Μια απολογια και ένας απολογισμός. Γεια σου ρε Διονυση μαγκα.
Βιβλίο που διαβάζεται πολύ ευχάριστα με άμεση, προφορική γραφή. Ο Σαββόπουλος είναι παραμυθάς όπως λέει και ο ίδιος και αυτό βγαίνει με τον καλύτερο τρόπο. Πλήθος πληροφορίες, οι περισσότερες ενδιαφέρουσες, άλλες αδιάφορες, μερικές σπαρταριστές. Πολλά για τον Χατζιδάκι (τα καλύτερα) και άλλους γνωστούς καλλιτέχνες. Δεν διστάζει να ξεγυμνωθεί και να αυτομαστιγωθεί. "Τέτοια καφρίλα..." λέει π.χ. για κάτι που έκανε. Για τσακωμούς και παρεξηγήσεις με συνεργάτες του παραδέχεται ότι αυτός είχε λάθος και τους αδίκησε. Μου άρεσε που για όλους τους ομοτέχνους του μιλάει με τον καλύτερο τρόπο, πολλούς τους εκθειάζει και τους θαυμάζει. Σίγουρα κάποιους δεν θα τους εκτιμά αλλά προφανώς προτίμησε να μη γράψει τίποτα. Πουθενά κάτι αρνητικό ή υπονοούμενο.
Ενα από τα κύρια τραγούδια που θα έπαιζαν στον δίσκο της παιδικής μου ηλικίας, είναι η Συννεφουλα. Τα χρόνια πέρασαν και πάντα υπάρχει στη ζωή μου ο Διονύσης Σαββοπουλος, αλλά στο background. Αυτό το βιβλίο μου θύμισε τι σήμαινε για εμένα η φωνή του. ΠΑ ΡΑ ΜΥ ΘΑΣ! Αλλά με την καλή έννοια! Ερωτεύτηκα τη φωνή του πάλι…προτείνω αυτό το βιβλίο σε όσους είναι μεγαλύτεροι και θέλουν να συγκινηθούν με όλη την ιστορική αναδρομή αλλά και σε εμάς τους μικρότερους γιατί εκτός των άλλων, κάνει μια απίστευτη περιγραφή της Αθήνας, της Ελλάδας και των μουσικών ηρώων μας, τους οποίους τους παρουσιάζει όπως τους γνώρισε- σαν φίλους. Μόνο αγάπη
Τον Σαββόπουλο τον είχα για καραδεξιό, ώσπου ανακάλυψα ότι όχι μόνο είναι αριστερός αλλά είχε και κομμουνιστικές καταβολές! Είναι όμως υγειώς σκεπτόμενος και οι υγειώς σκεπτόμενοι άνθρωποι δεν έχουν κόμμα. Εξ ου και τον είχα πάντα ψηλά στην εκτίμηση μου. Η ιστορία του είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Τη διηγείται με σοφία και ποιητικότητα, σε συνεπαίρνει και είναι σαν να έχει βγάλει έναν νέο δίσκο αντί για τη βιογραφία του. Έμαθα πράγματα, τα έψαξα και περαιτέρω στο Google. Τον συμπάθησα ακόμα παραπάνω γιατί τόλμησε και εξέθεσε και τις σκοτεινές του πλευρές και δεν ευλογούσε τα γένια του. Εξομολογητικός στο έπακρον, πάντα συμπαθούσα περισσότερο αυτούς τους ανθρώπους!
Δεν δηλώνω φανατική του Σαββόπουλου, κι όμως το βιβλίο αυτό με κέρδισε πολύ περισσότερο απ’ όσο περίμενα. Μέσα από τις σελίδες του αναδύεται μια ολόκληρη εποχή – η ατμόσφαιρα, το κλίμα, οι ζυμώσεις της κοινωνίας και της τέχνης. Ο τ��όπος που γράφει είναι άμεσος, ζωντανός και γεμάτος εικόνες.
Ορισμένες φορές γίνεται λίγο κουραστικός με την ατελείωτη αναφορά «διάσημων» ονομάτων και φίλων του – που ίσως έχουν ενδιαφέρον για τον ίδιο αλλά όχι πάντα για τον αναγνώστη. Παρ’ όλα αυτά, παραμένει ένα πολύ ευχάριστο και ρέον ανάγνωσμα, με ωραίες ιστορίες και γοητευτικές ματιές πίσω από τη σκηνή της σύγχρονης ελληνικής μουσικής και ζωής.
Όσο το διάβαζα (μέσα σε 2 μέρες) άκουγα μέσα στο κεφάλι μου τη φωνή του να μου αφηγείται με το δικό του μοναδικό τρόπο όλες αυτές τις όμορφες ιστορίες.Τραγουδια του που αγαπώ ξέρω τώρα πώς γεννήθηκαν. Κάποια σκοτεινά σημεία που γεννούσαν αμφιβολίες φωτίστηκαν. Απλός, ανθρώπινος, δίχως καμία έπαρση,δεν διστάζει να κάνει αυτοκριτική, δεν τσιγκουνευεται να παινεψει συνεργάτες του και ανθρώπους που βρέθηκαν στο δρόμο του. Ο κύριος Διονύσης Σαββόπουλος ο Νιονιος της καρδιάς μας θα είναι μέσα στα χρόνια που τρέχουν χύμα ένα μεγάλο κεφάλαιο της καλλιτεχνικής και όχι μόνο ζωής της χώρας μας.
Αυτοβιογραφικό κείμενο του Σαββόπουλου με γλαφυρή γραφή που περιγραφεί τη ζωή του από την παιδική ηλικία μέχρι τώρα, την επαγγελματική του πορεία όπως αυτή συμπλέκεται με τη πρόσφατη ιστορία της ελληνικής μουσικής και ταυτόχρονα εξιστορεί στιγμές της πρόσφατης πολιτικής ζωής της Ελλάδας όπως αυτος τις έζησε. Απολαυστικό κείμενο ορισμένες φορές -όπως εκεί που μιλά για την οικεγένεια του-, απολογητικό άλλες στιγμές, θυμόσοφο άλλες διαβάζεται όχι μόνο ευχάριστα αλλά απνευστί.
3.5 αστέρια Πολύ ενδιαφέρουσα περιγραφή της μεταπολίτευσης στην Ελλάδα και ένα από τα λίγα αυτοβιοφραφικά βιβλία που δεν καταλήγουν σε ατελείωτα εγκώμια του συγγραφέα (πχ Αρβελέρ). Μου άρεσε αρκετά, αλλά κυρίως από τη στιγμή που έφτασε στην Αθήνα και μετά, η αρχή μου φάνηκε υπερβολικά αργή για αυτό και το άφησα για ένα διάστημα και στράφηκα ενδιάμεσα σε άλλα βιβλία. Αλλά όταν το ξανάπιασα το διάβασα σε 3-4 μέρες.
4. Mr. Savvopoulos is truly a great guy and so is this book. Despite not knowing most of the names of the artists that he is talking about i did enjoy learning about them (at some it got boring though). The chapters where he was describing special moments in his life were the best and it felt like i was talking to one of my grandparents. I will definetly miss the guy but as he says at the final chapter we will meet in the sky. RIP
Όταν θα θες να ξεπλένεις το μυαλό από τα πολλά, πάρε αυτό το βιβλίο.
Δεν έχω εντρυφήσει στη μουσική του, ούτε γενικά ξέρω πολλά από μουσική, όμως το βιβλίο του με κέρδισε. Γραφή και πλοκή πολύ απλή και ξεκάθαρη σε σημείο που να σου προκαλεί και σε εσένα τον ίδιο μια απίστευτη διαύγεια σε έναν κόσμο χαοτικής πληροφορίας.
Μια τρυφερή, γοητευτικά αδέσμευτη εξομολόγηση· όχι βιογραφία με τη στενή έννοια, αλλά ένας ποιητικός στοχασμός για τον χρόνο, την τέχνη και τη μνήμη. Με τη χαρακτηριστική του ευφυΐα και μια σπάνια μουσικότητα στον λόγο, ο Σαββόπουλος μιλά με χιούμορ και συγκίνηση, προσφέροντας φωτεινές χαραμάδες στα χρόνια που έζησε, σαν τραγούδι που δεν χρειάζεται να ολοκληρωθεί για να σε στιγματίσει.
Ο Σαββόπουλος καταθέτει ψυχή∙ μιλά ανοιχτά για τα πάθη του, τις αδυναμίες, τις αγάπες και τις εμμονές του, χωρίς φόβο και χωρίς την ανάγκη να προστατεύσει τον μύθο του. Ένα βιβλίο αληθινό, γυμνό, χωρίς ωραιοποιήσεις. Ένα κείμενο που σε φέρνει κοντά στον άνθρωπο πίσω από τα τραγούδια — και αυτό το κάνει πολύτιμο.
Χειμαρρώδης γραφή που με κέρδισε από την πρώτη σελίδα και κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον μου μέχρι την τελευταία. Ήταν σαν να άκουγα τις ιστορίες από το στόμα του συγγραφέα, τόσο ζωντανός και μεστός ο λόγος του! Και προσωπικά, λατρεύω να "ακούω" ιστορίες από "μεγάλους" ανθρώπους.
Το βιβλίο ρέει και σε αναγκάζει να το διαβάσεις μονορούφι. Για μένα, κρύβει μέσα του την ίδια μαγεία με το νοσταλγικό "Μια κινητή γιορτή" του Χέμινγουεϊ και τοποθετεί τον Διονύση Σαββόπουλο στο βάθρο που του άξιζε να βρίσκεται στην καρδιά και την ιστορία της μουσικής της χώρα μας.
Δεν λέω, καλή η αυτοκριτική που αναφέρθηκαν πολλοί. Αλλά όταν είσαι 80+ χρονών αυτό νομίζω είναι αναπόφευκτο (ή θα έπρεπε να είναι). Το βιβλίο διαβάζεται νεράκι και έχει πολύ ενδιαφέρον ακόμα και αν δεν έχεις ζήσει τις εποχές που περιγράφει ο Σαββόπουλος. Θα προτιμούσα να υπάρχει σε audio book με τη φωνή του. Σαν καλός παραμυθάς που είναι θα το απογείωνε.