Η αίσθηση του Γκρην, είναι αυτό, που εκλαμβάνω μόλις χωθώ στα αποστάγματα των σκέψεων του: ασφάλεια και ζεστασιά κι άρωμα παλιακό, αλλά και κίνηση – δραστικότητα. Τα μεγάλα ατού του συγγραφέα παραμένουν ο τρόπος που παίζει με τη μνήμη και την ενοχή, οι συνθέσεις που φτιάχνει και που αν ακόμη τα βιώματα διαφέρουν, με ωθεί να αναμοχλεύω τη δική μου αίσθηση των πραγμάτων. Ο άνθρωπος του Γκρην δεν είναι ούτε αντιήρωας, ούτε υπεράνθρωπος. Είναι όμως σύνθετος, συνειδητός κι ασύνειδος, μοναχικός και τραγικός, με ποιητικές γελοιότητες, εκείνες που σαν τις αντιλαμβάνεσαι γελάς και κλαις με τον εαυτό σου – για τον εαυτό σου. Συγγραφείς σαν το Γκρην, τον Κόλλινς, το Σιμενόν κι ίσως και το Μπάνβιλ ανήκουν σε έναν αφρό που διαπερνά τον κλασικό ρεαλισμό και φτάνει στα όρια του ποιητικού ισοπεδωτισμού. Είναι οι κατ’ εξοχήν συγγραφείς που μιλούν για ανθρώπους που δεν πάνε πουθενά χωρίς την αίσθηση του εαυτού τους, είτε ενσυνείδητα, είτε ως μια σκιά που δίνει μάχη για να γίνει αντιληπτή, με τα μουρμουρητά της να έχουν γίνει πια λόγοι καθαροί.
δεν ήταν τόσο το θάρρος που τον γλίτωνε από το φόβο, όσο η μοναξιά
Γιατί ο Διάβολος - μα το ίδιο κι ο Θεός – πάντα είχε χρησιμοποιήσει τους κωμικούς ανθρώπους, τους ασήμαντους ανθρώπους, τις μικρές συμβατικές φύσεις, τους σακάτηδες και τους παραμορφωμένους για να υπηρετήσουν τους σκοπούς του. Όταν τους χρησιμοποιεί ο Θεός μιλάς σκέτα για Αρετή, όταν τους χρησιμοποιεί ο Διάβολος και για κακία, αλλά και στις δυο περιπτώσεις το υλικό είναι η αμβλύνους ρακένδυτη μετριότητα
Υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι που διαρκώς εφευρίσκουν τρόπους για να αυξήσουν ή να γεννήσουν συντροφικότητα, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει να συμμετέχουν σε μια συλλογική ενοχή. Κι υπάρχουν άλλοι που ό,τι κι αν είναι κι ό,τι κι αν έχουν κάνει, είναι για τον εαυτό τους. Έτσι και η ενοχή τους έχει ένα ιδιαίτερο βάρος, υπερβαίνει την ενοχή των άλλων. Είναι μια ατομικής ευθύνης υπαιτιότητα που ο άνθρωπος έχει πάρει την απόφαση να κουβαλάει μόνος. Μοναχική πράξη, μοναχική ευθύνη. Αυτός ο άνθρωπος δεν έχει καμιά ανάγκη για όλα αυτά τα αναδυόμενα και ψεύτικα εμείς που θέλουν να απαλύνουν το βάρος που δεν καταλαβαίνουν. Γι’ αυτό κι εκπλήσσεται δυσάρεστα, τρομάζει, θολώνει, μόλις καταλάβει πως η ενοχή του, έχει ξανασυμβεί, μπορούν να τη νιώσουν κι άλλοι άνθρωποι για τα δικά τους σφάλματα.
Μόνον όταν το αγαπημένο πρόσωπο γίνεται απρόσιτο ολοκληρώνεται η αγάπη
Υπήρχαν άνθρωποι που ζούσαν εθελοντικά στην έρημο. Όμως είχαν το δικό τους θεό για να επικοινωνούν μαζί του. Για δέκα σχεδόν χρόνια δεν είχε νιώσει την ανάγκη για φίλους – μια γυναίκα μπορεί να περιλαμβάνει αναρίθμητους φίλους
Το έγκλημα υπάρχει κάτω από κάθε πέτρα και γι’ αυτό πολλά θύματα είναι και θύτες κι απ’ αυτά, εκείνα που παρασέρνουν την ψυχή και πονά, λυπάται, μετανιώνει, είναι όσα ακολούθησαν κάποιο σπασμένο ιδανικό, όχι από κέρδος, ή υπεροψία. Τα δεύτερα συνήθως συνιστούν τις παγκόσμιες μαζικές σφαγές. Κι όταν σε μια εποχή το έγκλημα είναι ο καθημερινός τρόπος όπως σε μια ζωή πολέμου μοιάζουν ανίερα κι εκτός τόπου τα εγκλήματα του μικροκόσμου κι ας είναι εκεί, ας συμβαίνουν πάντοτε και δεν παραγράφονται γιατί ο θάνατος ένας ή πολλοί έχει σημασία.
- Όμως ο Χίτλερ φαίνεται να το χύνει ποτάμι
- ναι αλλά οι ιδεαλιστές δεν βλέπουν το αίμα όπως εσείς κι εγώ. Γι’ αυτούς αποτελεί μονάχα στατιστική
Και όμως αυτό το βιβλίο φάνηκε να μην είναι ακριβώς του γούστου μου, κατά διαστήματα χανόταν σε φύσεις που δεν ήθελα να το ακολουθήσω, σε κλίμα πιπεράτο που δε με άφηνε να πλησιάσω πολύ. Να καταλαβαίνει ο νους και να μη βρίσκει η ψυχή να αδράξει. Μεγάλες παύσεις που με άφηναν ανικανοποίητο, με έσπρωχναν κι εκεί που οι σελίδες δε γυρνούσαν μια ριπή συνέβαινε που μ’ έκανε να γυρίζω πίσω σελίδες. Αν όμως δεν το είχα κάνει τη στιγμή που βρίσκονται ο Ρόου με το Χίλφε στην τελική σκηνή και κατεβαίνουν οι βόμβες δε θα είχα νιώσει μαζί τους τον ίδιο πανικό και δε θα είχα συνειδητοποιήσει την ασύλληπτη σκηνή τόπων που βομβαρδίζονταν τη νύχτα και την ημέρα λειτουργούσαν για τη ζωή με αυτό το ξάφνιασμα της επόμενης μέρας που ζεις ακόμα κι αυτό σου δίνει κουράγιο να το παλέψεις.
Δεν είναι μήπως καλύτερα να συμμετέχεις ακόμα και στα εγκλήματα των ανθρώπων που αγαπάς, ακόμα και να μισήσεις όπως αυτοί – αν είναι απαραίτητο – ακόμα και να υποφέρεις στην κόλαση μαζί τους, αν όλα εκεί καταλήγουν αντί να σωθείς μόνος σου; Θα μπορούσε όμως κανείς ν’ αντιτάξει πως αυτός ο συλλογισμός δίνει άφεση και στον εχθρό σου. Και γιατί όχι; - σκέφθηκε. Δίνει άφεση στον καθένα που αγαπάει τόσο ώστε να σκοτώσει ή να σκοτωθεί
Η ένοχη συνείδηση αποζητά την κρίση και την τιμωρία των άλλων, αποζητά τη δριμύτητα της απόφασης τους, για να έχει ένα κίνητρο να καθαρίσει τον εαυτό της, να άρει τους τροχούς των βασανιστηρίων που μόνη θέτει απειλητικά πάνω απ’ τον εαυτό. Έχει ανάγκη τους άλλους, για να αυτοοικτιρθεί. Πιότερο απ’ το να μέμφεται τον εαυτό της.
Κανείς δε μας βλέπει εδώ. Το μοναδικό μας καθήκον είναι να είμαστε ήσυχα. Και τι μπορούσε να είναι πιο ήσυχο από τη σκόνη;
Ένας άντρας που φέρει βαρέως ότι του αρνούνται να υπηρετήσει επειδή είχε εκτίσει ποινή κι αυτομάτως ανήκε σε άλλη κατηγορία πολιτών, των αναξιόπιστων φαντασμάτων. Και όμως, ο πόλεμος, η αντίσταση δεν είναι πάρτυ που πας καλεσμένος απαραίτητα. Και κάπου εκεί στη σελίδα 158 συνειδητοποίησα πως κι εγώ έκανα το ίδιο λάθος. Το βιβλίο δε με προσκάλεσε κι εγώ αρνήθηκα ν’ αντιδράσω. Πρόκειται για ένα διαρκή αρπισμό απ’ το ρεαλισμό στον ισοπεδωτισμό κι απ’ εκεί στο μοντερνισμό με παραλλαγές εναλλακτικών υφών. Σιγά – σιγά όμως βλέπεις πως αυτό είναι το τρικ του συγγραφέα. Δε θέλει να ξεκλειδωθεί. Όχι χωρίς προσπάθεια. Μπορεί να ήταν συνειδητό ή ασυνείδητο που και στη μια και στην άλλη περίπτωση δε στερείται σημασίας.
Ο οίκτος είναι φοβερό πράγμα. Οι άνθρωποι μιλάνε για το πάθος του έρωτα. Το χειρότερο πάθος απ’ όλα είναι ο οίκτος, δεν το ξεπερνάμε όπως το σεξ
Μια ακύμαντη ζωή στην αυτιμωρία και την αυτοεξάντληση, μακριά απ’ τη δράση, την εγγύτητα, τη συντροφικότητα, κρατώντας τις σα δώρα που αξίζουν σε άλλους και κάνοντας το μη πλησίασμα τους μικρές καθημερινές σφαγές. Ξυπνητή η ειλικρίνεια των κινήτρων δεν καταφέρνει να σηκώσει τον ίδιο τον άνθρωπο. Ως τη στιγμή που αναπάντεχα συμβαίνει, αυτό που πάντα συμβαίνει αναπάντεχα: η ζωή σε μια έλλειψη εισβάλλει και κλέβει αντί να δίνει κι αναδύεται τότε η ατιμασμένη ειλικρινής δίψα. Σε ένα τόπο που σφραγίστηκε απ’ το κομμάτιασμα και το πακετάρισμα με τις απαραίτητες ταμπέλες απ’ το κάθετί που σε αποτελεί, βγαίνοντας ένας κομματιασμένος και παράλληλα κατανεμημένος και κατανοητός απ’ τον εαυτό σου, δεν έχεις καμιά διάθεση για δικαιολογίες των άλλων. Ο πόλεμος είναι πόλεμος και τα πάντα είναι πάντα, πόλεμος. Η μόνη φλόγα που μένει είναι η αγάπη γι’ αυτά που αγκαλιάζει η μνήμη κι όχι το μίσος για ‘κεινους που στέκονται απ’ την άλλη.
κουβαλούσε τη σκέψη της Άννας σαν κρυφό γράμμα που υποσχόταν ακριβώς αυτό. Η λαχτάρα του ήταν σαν το πρώτο φτερούγισμα της ωριμότητας, όταν η ασυνήθιστη εμπειρία παύει ξαφνικά να είναι θελκτική
Πάνω απ’ όλα είναι ένα βιβλίο που κάνει άμεσο διάλογο με το ‘’Τι πιστεύω’’ του Τολστόϊ. Ο πόλεμος δε σου αφήνει περιθώρια να φιλολογήσεις, αυτή είναι η αλήθεια. Κανένας πόλεμος -και παντού συμβαίνουν μικροί ή μεγάλοι πόλεμοι, ακόμα και μέσα στο σώμα μας απ’ τα κύτταρα μας- δε σε περιμένει. Αλλά το ελάχιστο στοιχείο της ανθρωπιάς για να είσαι άνθρωπος πρώτα για τον εαυτό σου είναι να πολεμήσεις όχι για να σκοτώσεις εκδικητικά, παρά μόνο γνωρίζοντας την πιθανότητα να γίνει και με σκοπό να προστατέψεις όλα εκείνα κι όλους αυτούς που αγαπάς και αντιπροσωπεύουν τι είναι για ‘σενα ένας τόπος, ένα σπίτι, μια ζωή. Και ορισμένες φορές οι τελικές μάχες κερδίζονται μ’ αυτή ακριβώς την ποιότητα σου.
Ίσως να μίλησα για πέντε απ’ τα δεκαπέντε πράγματα που μιλάει το βιβλίο, ίσως να τα αντέστρεψα όλα, ή να μην τα κατάλαβα. Μου άρεσε, κατά διαστήματα δε μου άρεσε, σίγουρα με τρέλανε και το βράδυ που έκλεισα τα μάτια μου σκεφτόμουν διαρκώς τις τελευταίες σελίδες, αλλά όχι μόνο, σκεφτόμουν ακόμα και τον ηρωολάτρη νοσοκόμο που σκοτώνει για να γλιτώσει το θύμα του απ’ το διασυρμό. Υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, μπορεί να μην σκοτώνουν κυριολεκτικά αλλά είναι ικανοί να ‘’εξαφανίσουν’’ κάποιον για το καλό του. Είναι αυτή η ιδιαίτερη κατηγορία που δε μπορείς να τους δεις σα φίλους, ούτε σαν εχθρούς. Μπορείς να τους θεωρείς αγαπημένους, αλλά υπό παρακολούθηση. Όμως σκεφτόμουν και το τέλος, κυρίως γιατί μ’ ενδιαφέρουν πολύ ζητήματα που σχετίζονται με την ισορροπία αγάπης και αλήθειας.