What do you think?
Rate this book


192 pages, Paperback
First published January 1, 1977
Αυτό το βιβλίο μπορεί εύκολα να παρεξηγηθεί και να θεωρηθεί πως γράφτηκε κάπως επιπόλαια. Λίγο η χαλαρή συνοχή του — ναι, οκ, μπορούν τα διηγήματα που απαρτίζουν τουλάχιστον τα πρώτα περίπου δύο τρίτα του να διαβαστούν και σαν αυτοτελή, αλλά γιατί; — λίγο η ακαθόριστη θέση του συγγραφέα και η ρευστή σχέση του με τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα αλλά και την αναγνώστρια — και εδώ είναι που πιο πολύ υπεισέρχεται το στοιχείο του πειραματισμού — λίγο η χαλάρωση και σαν, θα μπορούσαμε να πούμε, η διύλιση της δομής της ήδη θρυμματισμένης αφήγησης — αρκούν για να νομίζουμε ότι ο κος Χατζής απλώς βαριόταν να γράψει ένα "κανονικό" βιβλίο και περιφερόταν άσκοπα μες στο κρανίο του αποτυπώνοντας άτακτα στο χαρτί τα μπερδεμένα χνάρια του.
Ωστόσο, κάποιες φορές — και ευτυχώς αυτή είναι μία από αυτές — επιπόλαια γραμμένα είναι τα βιβλία που διαβάζονται επιπόλαια, καθώς, πλησιάζοντας πιο προσεκτικά το φυσικό περιβάλλον αυτού του βιβλίο, το αντικρύζουμε ακριβώς στο κέντρο του, κορωνίδα της γύρω του δημιουργίας, κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση ακριβώς της οποίας έχει σχεδόν πλαστεί. Με το Τέλος της Μικρής μας Πόλης να θεωρείται το magnum opus του, το οποίο δεν έχω ακόμα διαβάσει — δεν μπορώ να φανταστώ πόσα ακόμα ρέστα έδωσε εκεί ο Δημήτρης Χατζής.
Ξεκινώντας από την ίδια τη ζωή του συγγραφέα (της οποίας η παρουσίαση δεν είναι ο στόχος εδώ∙ ευτυχώς υπάρχουν αρκετά βιογραφικά στοιχεία στο διαδίκτυο, και ακόμα ευτυχέστερα υπάρχουν και συνεντεύξεις του συγγραφέα — δεν υπάρχει λόγος να δημιουργείται περιττή ρύπανση), γίνεται αντιληπτό ότι ο κόσμος που περιγράφει είναι ένας κόσμος που τον έχει φάει με το κουτάλι: η Κατοχή, η Αντίσταση, ο Εμφύλιος, η ξενιτιά, η Χούντα, η πικρή επιστροφή — η προσωπική εμπειρία του συνυφαίνεται πάρα πολύ πυκνά, και μέσα από τη συγγραφή δίνει ένα κάποιο ιδιαίτερο φως, όχι τόσο στα γεγονότα, αλλά κυρίως στις διαδικασίες που σημάδεψαν τον 20ο αιώνα στην Ελλάδα. Γιατί τούτο είναι που ξεχωρίζει βιβλία όπως αυτό (όπως π.χ. και την υπέροχη τριλογία του Γιώργου Μιχαηλίδη, Της Επανάστασης, της Μοναξιάς και της Λαγνείας): ναι, σίγουρα μπορεί κανείς να διαβάσει τα γεγονότα από πολλές οπτικές γωνίες σε βιβλία σύγχρονης ιστορίας (και η αλήθεια είναι πως προτείνεται κάτι τέτοιο σε μεγάλο βαθμό αν θέλουμε να νιώσουμε σε βάθος τους χαρακτήρες του Διπλού Βιβλίου και όχι μόνο), αλλά αυτά δεν θα καταφέρουν ποτέ να μας φέρουν κοντά στους πραγματικούς ανθρώπους που τα έζησαν — το οποίο θα έλεγα ότι είναι και το ζητούμενο ίσως — αν θέλουμε να το πάμε ένα βήμα παρακάτω — αφού όσο η ιστορία επαναλαμβάνεται, σε αυτών τα παπούτσια αργά ή γρήγορα θα βρεθούμε να βαδίζουμε και εμείς και οι γύρω μας, κι αν δεν το αντιλαμβανόμαστε αυτό θα βρεθούμε να πέφτουμε στις ίδιες παγίδες, με μεγαλύτερη από αυτές την έλλειψη ανθρωπιάς. Μην πάμε μακριά: είναι τραγικό που καμιά φορά ακούμε συζητήσεις να φτάνουν στους ανθρώπους που πνίγονται σε λέμβους ή σ' αυτούς που καταπλακώνονται ή διαμελίζονται στις εμπόλεμες ζώνες, σαν αριθμούς και φυσικά επακόλουθα των ιστορικών γεγονότων. Γίναμε όλοι γεωπολιτικοί αναλυτές ξαφνικά και ξεχάσαμε να είμαστε άνθρωποι — όταν μιλάμε για ανθρώπους τουλάχιστον. "Κανάγιες". Τέλος πάντων...
Όλα τα αρχέτυπα της σύγχρονης ελληνικής (και όχι μόνο κατά μία έννοια) κοινωνίας έως και τη Μεταπολίτευση είναι εδώ: η πρώτη χαμένη γενιά: τα "σπουδαία παιδιά" της Αντίστασης∙ η δεύτερη χαμένη γενιά: τα παιδιά των ηττημένων που βρέθηκαν σκορπισμένα σε ένα συνεχώς διαστελλόμενο σύμπαν, σε ένα συνεχώς συρρικνούμενο πλανήτη∙ αυτοί που συνθλίφτηκαν∙ αυτοί που βρήκαν τον τρόπο και σαν ερπετά σύρθηκαν για να επιβιώσουν∙ αυτοί που σαν κατσαρίδες πάντα επιβιώνουν∙ οι χαφιέδες και οι ασφαλίτες∙ αυτοί που έφυγαν, αλλά η Πόλις πάντα τους ακολουθεί∙ οι θεωρητικοί του καφενείου∙ οι σιωπηλοί επαναστάτες∙ αυτοί που δεν θέλησαν να φθαρεί το όνειρό τους (πόσο συγκινητική η Τελευταία Αρκούδα του Πίνδου)∙ οι γυναίκες που σε έναν κόσμο αντρών το μόνο που φαίνεται να επιτρέπεται να κάνουν είναι να μετρούν απώλειες, με πρώτη αυτή της δικής τους της ζωής μέσα τους∙ και τέλος αυτοί που ο Δημήτρης Χατζής δίνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο μέσα από το πρόσωπο του Κώστα: "τα μιλιούνια των ξένων, των ορφανών και των μπάστραδων" που μας τους δείχνει "πώς τρέχουνε το πρωί στα λεωφορεία, πώς κατεβαίνουνε στα μετρό, πώς αραδιάζονται — ανύπαρκτοι, τα νούμερα μόνο — μπροστά στα πράσινα μηχανάκια με τις καρτέλες, πώς το ζητάνε το βράδυ και κείνοι το κάτι αυτό το ανεκπλήρωτο, το δικό τους". Τις γυναίκες και τους άντρες που στο πρώτο βιβλίο, "το βιβλίο της μοναξιάς", τους δείχνει στοιβαγμένους στα περιθώρια της Ιστορίας, μπερδεμένους από τις σβούρες που έχει πάρει ο πλανήτης, αποκομμένους από όλους κι από όλα, κλεισμένους σε γραφεία, σε εργοστάσια και σε "νόρμες" να προσπαθούν να δώσουν μάταια μια αίσθηση ακεραιότητας σε αυτό που προ πολλού έχει σπάσει∙ και τέλος, πού και πού μόνο να παίρνουν λιγοστές ανάσες, εκεί όπου φαίνεται να τους δονεί ανεπαίσθητα το ξύπνημα μας αγνής πολιτικής συνείδησης:
"Με αποχαιρέτησε και ξαφνικά μ' αγκάλιασε και με φίλησε. Συγκινήθηκα πολύ που να πάρει ο διάβολος. Έχει γούστο, λέω, ν' αποκτήσω τώρα και πολιτική συνείδηση μ' αυτόν τον Βασιλειάδη."
που φαίνεται όχι μόνο να εκπορεύεται από, αλλά και αναπόφευκτα να οδηγεί ξανά και να ανατροφοδοτεί αυτό που πολύ διστακτικά ο συγγραφέας στο δεύτερο βιβλίο "το βιβλίο της ελπίδας" αφήνει να εννοηθεί πως θα δώσει τη λύση στο γρίφο του κόσμου που φαίνεται να ανατέλλει: την Αλληλεγγύη
"Αυτής της ελπίδας πως έτσι πηγαίνοντας, μέσ' απ' την έρημη λεωφόρο, περνώντας ακόμα μέσ' απ' αυτήν δεν ξέρω πότε, θα βρούμε στο τέλος τους άλλους."